wrapper

Μηνύματα Σεβασμιωτάτου

Ποιμαντορική Εγκύλιος Σεβ. Μητρ.Πειραιώς κ.Σεραφείμ, επί τη εορτή της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου.

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΠΙ ΤΗι ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 2019

ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΦΑΛΗΡΟΥ, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ

Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΚΛΗΡΟΝ & ΤΟΝ ΦΙΛΟΧΡΙΣΤΟΝ ΛΑΟΝ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΙΑΣ ΑΥΤΟΥ

 

Τέκνα μου ἀγαπητά,

Ἀμέτρητες εἶναι οἱ φορὲς ποὺ μέσα στὸν πόνο, στὶς δυσχέρειες καὶ στὰ προβλήματα τοῦ παρόντος βίου, ἔχουμε καταφύγει στὴ μορφὴ τῆς Παναγίας μας, γιὰ νὰ ἀναζητήσουμε παρηγορία, ἀνάπαυση καὶ στηριγμό. Ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ὑπάρχει σὲ κάθε σπιτικό, ἀκόμα καὶ ἐκεῖ ποὺ ἡ πίστη μοιάζει μετέωρη, χλιαρή, ἀσθενική. Ἀκόμα κι ἐκεῖ, ἡ Παναγία δὲν λείπει, ἀλλὰ μυστικὰ κατεργάζεται τὸ θαῦμα τῆς οἰκείωσης καὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς σωτηρίας ποὺ ὁ Υἱός Της κομίζει σὲ κάθε ἀνθρώπινη ψυχή.

Τὸ πρόσωπο τῆς Ἀειπαρθένου ἀποτελεῖ μιὰ διαρκὴς ὑπόμνηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ Της. Σὲ ὅλον Της τὸν βίο, ἡ Παναγία κυρίως μὲ σιωπή, μὰ ἐνίοτε καὶ μὲ λόγο, στὸν Ἰησοῦ παραπέμπει, Ἐκεῖνον ὑποδεικνύει, Αὐτὸν ἀποκαλύπτει καὶ γνωρίζει στὸν κόσμο. Μέσα ἀπὸ τὶς λίγες λέξεις ποὺ τὰ Εὐαγγέλια διασώζουν ἀπὸ τὴ γλυκυτάτη Της φωνή, θὰ διέκρινε κανεὶς ἐκεῖνα ποὺ εἰπώθηκαν τότε στὸ γάμο τῆς Κανᾶ, τὰ ὁποῖα ἠχοῦν ὡς παρότρυνση καὶ προτροπὴ πρὸς τοὺς πιστοὺς μέχρι σήμερα: «Ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν ποιήσατε» (Ἰωαν. 2, 5).

Τοῦτη ἡ ἄρρηκτη σχέση τῆς Παναγίας μὲ τὸ Χριστό, μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι στὸ εἰκόνισμά Της, πολὺ σπάνια θὰ εἰκονογραφηθεῖ χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ Υἱοῦ Της. Ὁ εἰκονογραφικὸς τύπος τῆς Παναγίας τῆς βρεφοκρατούσης εἶναι κυρίαρχος στὴν Παράδοσή μας. Ἐκεῖ ὁ θεάνθρωπος ἁγιογραφεῖται ὡς παιδί, ἄλλοτε μὲ ὄψη ἄκαμπτη καὶ σοβαρή, ποὺ μαρτυρᾶ τὴ θεϊκή Του φύση, κι ἄλλοτε μὲ κίνηση καὶ στοιχεῖα ἀβρότητας, ποὺ ἀποκαλύπτουν ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἔλαβε καὶ τὴ δική μας τη φύση, τὴν ἀνθρώπινη, γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου.

Ἡ Μητέρα ποὺ κρατᾶ στὴν ἀγκάλη της τὸν ἀχώρητο Θεό. Ἡ γυναῖκα ποὺ συμφιλίωσε τὴ γῆ μὲ τὸν οὐρανό, τὸ κτιστὸ μὲ τὸ ἄκτιστο, τὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο μὲ τὸν ἐλεήμονα Θεό. Τούτη ἡ ἀγκαλιὰ εἶναι ποὺ παρηγορεῖ τοὺς φόβους μας, τούτη ἡ ἀγκαλιὰ εἶναι ποὺ ἐμπνεύει τὶς ἐλπίδες μας.

Μὰ σήμερα, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, προσκυνώντας τὴ σεπτή Της εἰκόνα, βλέπουμε μιὰ ἄλλη ἀγκαλιά. Δὲν εἶναι Ἐκείνη σήμερα ποὺ ἀνοίγει τὰ χέρια, ἀφοὺ κείτεται σὲ κλίνη νεκρική. Δὲν εἶναι Ἐκείνη σήμερα ποὺ κρατᾶ μὲ σιγουριά, ἀφοῦ ἔχει παραδοθεῖ στῶν Ἀποστόλων τὶς ἐπικήδειες ἐπιδαψιλεύσεις. Δὲν εἶναι Ἐκείνη σήμερα ποὺ θερμὰ παρηγορεῖ, ἀφοῦ μὲ τὸ θάνατο συναντήθηκε, παρότι ὑπῆρξε πάναγνη καὶ ἀψεγάδιαστη σὲ ὁλόκληρό Της τὸν βίο.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ποὺ σήμερα ἀνοίγει τὴν δική του ἀγκαλιά, ὁ Υἱὸς καὶ Θεὸς Της. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου. Ἐκεῖνος κρατᾶ στὰ πανάγια του χέρια τὴ ψυχὴ τῆς Μητρός Του. Ἐκεῖνος παρίσταται, μὲ στρατιὲς ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, στὴν ἐξόδιο τούτη στιγμή. Ἡ παρουσία Του φανερώνει τὴν ἀδυναμία τοῦ θανάτου, τὴν ὁριστική του ἧττα. Πεθαίνοντας ὁ ἄνθρωπος πλέον, δὲν ἐγκαταλείπεται ἁπλὰ στὴ φθορὰ καὶ στὴ λήθη. Βρίσκεται στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ἡ ψυχὴ κρατεῖται μὲ ἀσφάλεια· μὰ καὶ τὸ σῶμα γιὰ ἐκεῖ προορίζεται, μετὰ τὴν κοινὴ ἀνάσταση στοὺς καιροὺς τοὺς ἐσχάτους. Κι ἡ μετάσταση τῆς Θεοτόκου τούτη τὴν ἀλήθεια μαρτυρεῖ.

Ἡ Παρθένος μητέρα κρατᾶ στὴν ἀγκάλη Της τὸ θεῖο βρέφος. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κρατᾶ στὰ χέρια Του τὴ ψυχὴ τῆς Θεοτόκου Μαρίας. Τοῦτες οἱ δύο ἀγκαλιὲς ὁδηγοῦν τὴ σκέψη μας σ’ ἕνα τεράστιο θέμα ποὺ ἀφορᾶ τὴν πνευματική, μὰ καὶ τὴ κοινωνική μας ζωή. Μιλοῦμε γιὰ τὸν τρόπο ποὺ στέκεται ἡ ἐποχή μας πρὸς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ποὺ ἡ ζωή τους βρίσκεται στὸ βασίλεμά της. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς τρίτης ἡλικίας.

Ὁ ἄνθρωπος δὲν δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ νὰ πεθαίνει, νὰ ἀσθενεῖ καὶ νὰ πονᾶ. Ὅμως ἡ τραγικότητα τοῦ πτωτικοῦ κόσμου στὸν ὁποῖο ζοῦμε, φέρει ἔκδηλα τὰ σημεῖα τοῦ θανάτου. Πορευόμενο κάθε πρόσωπο μέσα στὶς δυσχέρειες τῆς ζωῆς, φθείρεται καθημερινά. Πρῶτο τὸ σῶμα, μέρα μὲ τὴν ἡμέρα ὑπόκειται σὲ τούτη τὴ σκληρὴ πραγματικότητα. Ἔπειτα τὴν αὐτὴ φθοροποιὸ πορεία ακολουθεῖ συχνὰ καὶ ἡ ψυχή, ἀφοῦ οἱ συνήθειες, οἱ ἐμμονὲς καὶ τὰ πάθη σκληραίνουν πληγώνοντας τὴν ὕπαρξη. Ἡ ἀδυναμία τελικὰ ἀποτελεῖ τὸν πικρὸ σύντροφο τῶν ἡλικιωμένων κατὰ τὴ φυσικὴ ροὴ τῶν πραγμάτων.

Ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς, διακηρύττοντας τὴν ἀνθρώπινη παντοδυναμία ποικιλοτρόπως, στέκεται ἀμήχανος μπροστὰ στὴν πραγματικότητα πὼς ὁ ἄνθρωπος γερνᾶ. Μὴ ἔχοντας ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα τοῦ θανάτου, δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ σταθεῖ καὶ σ’ αὐτὸ τῆς ὁλοκλήρωσης τοῦ βιολογικοῦ κύκλου τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ δυστυχῶς ἀπαξιώνει ἄλλοτε ἄμεσα καὶ ἄλλοτε ἔμμεσα τὴν γεροντικὴ ἡλικία.

Τοῦτος ὁ κόσμος ὁ ὁποῖος εἶναι δομημένος στὸ κέρδος καὶ τὴν οἰκονομία, κρίνει τὸν ἄνθρωπο πρωτίστως ὡς μονάδα παραγωγῆς. Ὅσο κάποιος εἶναι ἱκανὸς νὰ προσφέρει ὑπηρεσίες καὶ ἐργατοώρες, ὅσο μπορεῖ νὰ παράγει καὶ νὰ καταναλώνει, ὅσο ἀποτελεῖ γρανάζι τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς ἀνάπτυξης, ἀναγνωρίζεται καὶ ἀμοίβεται γι’ αὐτό. Ὅταν ὄμως ἀρχίσει νὰ ὑπολειτουργεῖ, νὰ μὴ προσφέρει τὰ ἀναμενόμενα, ἀντιμετωπίζεται ὡς παρείσακτος, ὡς βάρος. Ἡ παραπάνω θεώρηση τῆς τρίτης ἡλικίας, μὲ τραγικὸ τρόπο ἀποκαλύφθηκε στὸν τόπο μας κατὰ τὴν περίοδο τῆς οἰκονομικῆς κρίσης, ὅταν οἱ συνταξιοῦχοι ἀποτελοῦσαν πάντα τὸν εὔκολο στόχο γιὰ νὰ πετύχουν οἱ ἑκάστοτε κυβερνώντες τὴν εὐημερία τῶν ἀριθμῶν καὶ τὴ διάσωση τῆς χώρας. Τούτη ἡ ἀντιμετώπιση καταμαρτυρεῖ τὴν ἄμεση ἀπαξίωση τῆς γεροντικῆς ἡλικίας ἀπὸ τὸν ἐπικρατοῦντα πολιτισμό.

Ὅμως καὶ ἡ ἔμμεση καταφρόνηση τοῦ γήρατος δὲν εἶναι ἀσήμαντη. Αὐτὴ ἐκδηλώνεται κυρίως μὲ τὴν μὴ ἀποδοχή του. Στὰ πολλὰ μέσα ποὺ ἡ ἐποχή μας διαθέτει, βρίσκει κανεὶς καθημερινὰ, ἄρθρα καὶ βίντεο ποὺ προσπαθοῦν νὰ πείσουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ γεράσει. Ἔτσι ἐμφανίζοντα μελέτες ἐπιστημονικὲς ποὺ ἐξαγγέλλουν πὼς στὶς ἑπόμενες δεκαετίες ὁ ἄνθρωπος θὰ ζεῖ περισσότερο· παρουσιάζονται εἰδικοὶ ποὺ ὑποδεικνύουν «δοκιμασμένους» τρόπους ζωῆς ὥστε νὰ μὴ γεράσεις· διαφημίζονται φάρμακα καὶ συμπληρώματα διατροφῆς γιὰ νὰ μείνεις πάντα νέος· προβάλλονται ἄνδρες καὶ γυναίκες οἱ ὁποῖοι παρὰ τὸ προχωρημένο τῆς ἡλικίας τους, ἔχουν καταφέρει νὰ νικήσουν τὸ χρόνο. Μὲ ἄλλους λόγους ἡ ἐποχὴ εἰσηγεῖται στοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐνεργοῦν μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε νὰ ἀποφύγουν τὸ γῆρας καὶ τὰ δεινὰ ποὺ τὸ ἀκολουθοῦν, σὰν αὐτὸ νὰ εἶναι ζήτημα ἐπιλογῆς.

Μέσα σὲ τοῦτο τὸ πλαίσιο δὲν εἶναι παράδοξο πὼς στὶς μέρες μας, ἴσως περισσότερο ἀπὸ ποτὲ, οἱ ἡλικιωμένοι παραδίδονται ἀπὸ τοὺς οἰκείους τους στὴν μοναξιὰ καὶ στὴν ἐγκατάλειψη. Οἱ νέοι ἄνθρωποι, τόσο γιὰ λόγους πρακτικούς, ὅσο καὶ ψυχολογικοὺς, ἀδυνατοῦν νὰ στηρίξουν τοὺς ἀδύναμους γονεῖς τους. Δὲν τοὺς ἀντέχουν καὶ δὲν τοὺς μποροῦν. Τοὺς ἀφήνουν νὰ τὰ βγάλουν πέρα μόνοι τους, ἢ φροντίζουν νὰ τοποθετηθοῦν σὲ κάποιο χῶρο διαμονῆς «κατάλληλο», ὥστε νὰ λαμβάνουν τὰ ἀναγκαῖα καὶ ἀπαραίτητα. Κι ἔτσι οἱ γέροντες κοντὰ στὴν ἀδυναμία τους, ἔχουν νὰ ἀντιμετωπίσουν καὶ τὴν ἀποξένωση, ἀπὸ τοὺς δικούς τους ἀνθρώπους. Τὰ τέλη τους τελικά, δὲν μοιάζουν οὔτε ἀνώδυνα, οὔτε ἀνεπαίσχυντα, μὰ οὔτε καὶ εἰρηνικά. 

Στὴ δική μας παράδοση ἀπὸ τὴν ἄλλη, στὸν παπποῦ καὶ τὴ γιαγιὰ ἁρμόζουν τιμὴ καὶ σεβασμός. Ἡ ζωὴ τοὺς χάρισε γνώση καὶ ἐμπειρία, κι ἀνάλογα μὲ τὸν πνευματικὸ ἀγώνα ποὺ κατέβαλαν, ἔγιναν λιγότερο ἢ περισσότερο πρόσωπα σοφίας καὶ σύνεσης.

Οἱ γέροντες εἶναι ἡ ζωντανὴ παράδοση τοῦ πολιτισμοῦ μας. Εἶναι οἱ ἐμφανεῖς ρίζες τοῦ δένδρου τοῦ τρόπου μας. Ἐκεῖνοι μᾶς συνδέουν μὲ τὸ παρελθόν, ὄχι θεωρητικά, ἀλλὰ προσωπικά. Ἡ σχέση μας μαζί τους, εἶναι σχέση μὲ τὴν ἱστορία καὶ τὴ ψυχὴ τοῦ τόπου μας.

Οἱ γέροντες εἶναι κριτήρια ἔνσαρκα τῶν δυσκολιῶν τῆς ζωῆς. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ὅταν συμβάντα νοοῦνται ἀπὸ τοὺς νεότερους ὡς καταστροφὲς ἢ ὅταν γεγονότα ἀντιμετωπίζονται μὲ ἐπιπολαιότητα, μὲ τὰ βιώματά τους καὶ τὶς πληγές τους, παρέχουν τὴ δυνατότητα νὰ διακρίνουμε τὰ πράγματα στὶς φυσικές τους διαστάσεις. Οὔτε μεγαλύτερα, μὰ οὔτε καὶ μικρότερα.

Οἱ γέροντες εἶναι χορηγοὶ συμβουλῶν καὶ παρηγοριῶν. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ στὶς ἀνασφάλειες καὶ στὶς ἀμφιβολίες τῶν νέων, μ’ ἕνα λόγο ἢ μία διήγηση, ἄκόμα κι μ’ ἕνα μῦθο, μποροῦν νὰ καταλαγιάσουν τὸ φόβο καὶ τὸ δισταγμό, τὴν ἀτολμία καὶ τὴν ἀναποφασιστικότητα, τὸ θυμὸ καὶ τὸ πάθος.

Οἱ γέροντες εἶναι πηγὴ εὐχῶν καὶ προσευχῶν. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀκόμα καὶ στὴν πιὸ ταπεινὴ πράξη, μποροῦν νὰ δώσουν μιὰ μεγάλη σημασία. Ἕνα ποτήρι νερὸ ποὺ θὰ τοὺς προσφερθεῖ, γίνεται ἀφορμὴ γιὰ λόγο εὐχητικὸ :«τὴ δροσιά του ν’ ἔχεις», νὰ πορεύεσαι δηλαδὴ στὸ καμίνι τῆς ζωῆς, ἀλώβητος, ὡς οἱ τρεῖς παῖδες.

Οἱ γέροντες εἶναι λαμπάδες ἀναμμένες γιὰ ὅλους. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μὲ τὴ παρουσία τους στὸ Ναὸ καὶ στὴ λατρεία, τοποθετοῦν τὴ ζωὴ καὶ τὰ προβλήματά της στὰ πόδια τοῦ Θεοῦ. Ἴσως γι’ αὐτὸ, ἠ ἐπικρατοῦσα ἀντιεκκλησιαστικὴ ρητορία, καταγγέλει συνεχῶς ὅτι «οἱ ναοὶ εἶναι γεμάτοι μὲ γέρους». Μὰ εἶναι πασιφανὲς πὼς οἱ γιαγιάδες καὶ οἱ παποῦδες στὶς ἐκκλησιές ἀχθοφοροῦν  μὲ τὶς προσευχές τους, παιδιὰ κι ἐγγόνια καὶ γνωστοὺς, καθιστώντας τοὺς πάντες παρόντες. Τοῦτο μᾶλλον εἶναι ποὺ ἐνοχλεῖ τοὺς καταγγέλοντες.

Οἱ γέροντες εἶναι ἔμψυχη κληρονομιὰ καὶ προίκα. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ σοῦ παραδίδουν τὸν κόπο τους καὶ τὰ ὄνειρά τους, ἔτσι ὥστε καὶ ἐσὺ νὰ ἀξιωθεῖς νὰ πλάσεις τὰ δικά σου σχέδια καὶ τοὺς δικούς σου στόχους.

Οἱ γέροντες εἶναι ὑπόμνηση τοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μὲ τὴν ὑπαρξή τους μαρτυροῦν, πὼς κανεὶς δὲν πρέπει νὰ ξεγελαστεῖ ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα καὶ περαστικὰ τοῦ παρόντος βίου, γιατὶ ἡ φθορὰ δὲν μπορεῖ νὰ νικηθεῖ μὲ τὸν κόσμο καὶ τὰ δικά του μέσα. Στὰ πρόσωπά τους διακρίνεις πὼς ἡ ἀλήθεια ποὺ στὴ ζωή τους μάζεψαν, δὲ γερνᾶ καὶ δὲν ἀρρωσταίνει, ἀλλὰ εἶναι δώρημα ποὺ ὁ ἄνθρωπος κρατᾶ γιὰ πάντα. Εἶναι τὸ καταστάλαγμα τῆς σχέσης τους μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ ποὺ τοὺς δίδει αἰώνια προοπτική.

Τοῦτες οἱ ταπεινὲς σκέψεις γεννήθηκαν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, βλέποντας τὸ Χριστὸ νὰ κρατᾶ τὴν Παναγία στὴν ἀγκάλη του, ἀντίδωρο τῆς θαλπωρῆς ποὺ δέχθηκε ἀπὸ τὰ δικά Της χέρια. Τούτη ἡ στάση φρονοῦμε πὼς ἀπευθύνεται στὸ καθένα ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ προσερχόμαστε νὰ προσκυνήσουμε τὴν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως. Ἂς περικρατήσουμε κι ἐμεῖς τὸ γῆρας μὲ εὐαισθησία, ὑπομονὴ καὶ ἀγάπη. Ἄς σκύψουμε μὲ ἐνδιαφέρον πρὸς τοὺς γονεῖς μας, τοὺς οἰκείους μας, τοὺς γείτονές μας. Ἂς τοὺς ἀγκαλιάσουμε ζεστὰ καὶ σεβαστικά, ἀφοῦ κι ἐκεῖνοι τὸ ἔπραξαν κάποτε σὲ μᾶς ἢ σὲ ἄλλους. Καὶ τὸτε οἱ εὐχές τους καὶ ἡ εὐλογία τους, εἴμαστε βέβαιοι, πὼς θὰ προσδώσουν στοὺς δύσκολους καιροὺς ποὺ ζοῦμε, μιὰ δυναμική ἰκανὴ νὰ μᾶς ὁδηγήσει πρὸς τὴν πρόοδο, τὴν προκοπὴ καὶ τὴν εὐημερία.

Ἡ Κυρία Θεοτόκος, νὰ κρατᾶ στὴν ἀγκάλη Της τὸν κόσμο ὅλον καὶ τὸν καθένα ξεχωριστά, προσφέροντας τὴ μητρική Της στοργὴ καὶ τὴν ἀγαπητική της προστασία σὲ ὅποιον τὰ ἔχει ἀνάγκη.ἀπό ἐμᾶς.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!

Μέ ὅλη μου τήν ἀγάπη

Ο  Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ  Σ Α Σ

† ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Διαβάστε περισσότερα

Εόρτιο Μήνυμα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ.Σεραφείμ, επί τη Εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

«Εὐαγγελίζου γῆ χαράν μεγάλην, αἰνεῖτε οὐρανοί Θεοῦ τήν δόξαν»!!!

Τέκνα μου ἀπητά καί περιπόθητα!

Ἀνέτειλε καί πάλιν ἡ διπλή ἑορτή τῆς πνευματικῆς καί ἐθνικῆς μας παλλιγενεσίας.

Ὡς Ἐκκλησία ὁμολογοῦμε τόν Χριστό τέλειο Θεό, ἀλλά καί τέλειο ἄνθρωπο. Ἡ ὅλη Θεότητα ἑνώθηκε στό πρόσωπό του μέ τήν ὅλη ἀνθρωπότητα. Κάθε ἰδίωμα καί κάθε ἐνέργεια τῆς καθολικῆς ἀνθρώπινης φύσης ἔχει προσληφθεῖ ἀπό τόν Χριστό, τίποτα τό ἀνθρώπινο δέν ἔμεινε ἔξω ἀπό αὐτή τήν πρόσληψη. Ἡ πρωτοβουλία τῆς πρόσληψης εἶναι ὁπωσδήποτε στόν προσλαμβάνοντα, πού ἐνεργεῖ ἑνικῶς κατά τήν ὑπόσταση καί τριαδικῶς κατά τήν βούληση καί εὐδοκία. Ἀλλά καί τό πρόσλημμα δέν εἶναι παθητικός συντελεστής τῆς πρόσληψης. Σαρκούμενος ὁ Θεός δέν ἐκβιάζει τήν ἀνθρώπινη φύση, δέν χρησιμοποιεῖ τή φύση σάν οὐδέτερο ὑλικό γιά τήν πραγματοποίηση τῆς βουλῆς του. Ἡ ἀνθρώπινη φύση προ­σφέρεται νά προσληφθεῖ ἀπό τόν Θεό μέ μιά ἐλεύθερη προσωπική συγκατάθεση - προσφέρεται ὁλικῶς ἡ φύση καί ἐνεργείται ἐνικῶς ἡ αὐτοπροσφορά της (ἀφοῦ μόνο προσωπικά ἐκφέρεται καί ὑπάρχει ἡ φύση): Εἶναι ἡ συγκατάθεση τῆς Παρθένου Μαρίας, ἡ ἐλεύθερη ἀποδοχή ἀπό μέρους της τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, πού κάνει δυνατή τή συνάντηση τῆς θείας μέ τήν ἀνθρώπινη θέληση στό γεγονός τῆς σάρκωσης τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου. «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου̇ γένοιτο μοι κατά τό ρῆμα σου» (Λουκ. 1,38).

Στά λόγια αὐτά ἐκφράζεται μιά στάση αὐτοπαράδοσης καί αὐτοπροσφορᾶς, ἀποδοχῆς τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί ἀπόλυτης ἐμπιστοσύνης στήν ἀγάπη του. Καμιά ἀπαίτηση αὐτονομίας, καμιά διεκδίκηση αὐτοκατοχύρωσης. Ἡ κόρη τῶν προφητειῶν προσφέρεται γι’ αὐτήν τή σύλληψη καί κύηση   μόνο ἀπό ὑπακοή στό Θεό, διαθέτει τήν ὕπαρξή της γιά νά γίνει τό δικό του θέλημα. Ἔτσι ἡ σύλληψη πού συντελεῖται εἶναι ἐλεύθερη ἀπό κάθε φυσική σκοπιμότητα, ἐλεύθερη ἀπό κάθε ἀναγκαιότητα καί δέσμευση ἐπιθυμίας, πόθου, ἡδονῆς, ἀπό κάθε ἔνστικτο ἀναπαραγωγῆς, διαιώνισης. Ἡ φυσική ἐνέργεια τῆς μητρότητας ἀπό αὐτονομημένη βιολογική λειτουργία μεταποιεῖται σέ προσωπικό γεγονός ἐλεύθερης   συγκατάθεσης, ὑπακοῆς στό Θεό, ἐγκατάλειψης στή δική του πρόνοια. Καί εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐλευθερία ἀπό τή φυσική ἀναγκαιότητα πού ἀναδείχνει τήν Παναγία «καί μετά τόκον Παρθένον».

Λέμε στή γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας, πώς ἡ ἕνωση τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο, ἡ σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι γεγονός «ὑπέρ φύσιν». Κι αὐτό καταρχήν σημαίνει: γεγο­νός ἀμοιβαίας ἐλευθερίας (τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου) ἀπό κάθε φυσικό προκαθορισμό. Στό πρόσωπο τῆς Πα­ναγίας Θεοτόκου «νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι», ἀναι­ρέθηκαν οἱ προϋποθέσεις καί ἀναγκαιότητες πού διέπουν τό κτιστό στήν αὐτονόμηση του ἀπό τό ἄκτιστο. Ἀλλά καί ὁ Ἄκτιστός, στή σάρκωσή τοῦ ἀπό τήν Παρθένο, ὑπερβαίνει τόν τρόπο τοῦ ἀκτίστου καί ἀρχίζει νά ὑπάρ­χει μέ τόν τρόπο τοῦ κτιστού: χρονούται ὁ ἄχρονος καί χωρεῖται ὁ ἀχώρητος καί νηπιάζει ὁ προαιώνιος καί προσλαμβάνει διαστατή ἀτομικότητα ὁ ἀναφής. Τό «ὑπέρ φύσιν» γιά τήν ἀνθρωπότητα εἶναι ἡ ἀποδέσμευση της ἀπό τούς περιορισμούς τῆς κτιστότητας καί τίς ἀναγκαι­ότητες τῆς μεταπτωτικῆς αὐτονομίας. Καί τό «ὑπέρ φύσιν» γιά τή Θεότητα εἶναι ἡ ἐλευθερία καί ἀπό τήν ἐλευθερία τῆς ἀπεριόριστης ὑπέρβασης κάθε προκαθορι­σμοῦ ἤ ἀνάγκης - εἶναι «ὑπέρ φύσιν»   τό γεγονός ὅτι ὁ Θεός «ἕως φύσεως ἐλήλυθεν, τουτέστιν, ἕως ἐκείνου ἔφθασε τοῦ ἀτιμοτέρου καί οὗπερ αὐτός οὐκ ἐκέκτητο» (Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Σχόλια εἰς τό περί θείων ὀνομάτων Ρ. Ο. 4, 2290) . Μέσα ἀπό τή διπλή αὐτή ὑπέρβαση ἀποκαλύπτεται τό μόνο γιά τήν Ἐκκλησία ἀπόλυτο ὑπαρκτικό γεγονός, πού εἶναι τό Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καί ἡ εἰκόνα του ἡ ἀποτυπωμένη στήν  προσωπική ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. 

Ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει στό πρόσωπο τῆς Παναγίας Θεοτόκου ἐκείνο τό κτίσμα, πού - μόνο αὐτό μέσα σέ ὅλη τή δημιουργία του Θεοῦ, τήν ὑλική καί πνευματική - ἔφτασε στήν πληρότητα τοῦ σκοποῦ γιά τόν ὁποῖο ὑπάρ­χει ἡ κτίση: στήν   πληρέστερη δυνατή ἑνότητα μέ τόν Θεό, στήν πληρέστερη πραγματοποίηση τῶν δυνατοτή­των τῆς ζωῆς.  Ἡ συγκατάθεσή της στή σάρκωση τοῦ Υἱοῦ δέν ἦταν μόνο ἕνας συντονισμός τῆς ἀνθρώπινης θέλησης μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἕνα μοναδικό ὑπαρκτικό γεγονός ἀλληλοπεριχώρησης τῆς ζωῆς τοῦ κτιστοῦ καί τῆς ζωῆς τοῦ ἀκτίστου: Ἀξιώθηκε ἡ Πανα­γία νά μετάσχει κατά τή φυσική της ἐνέργεια (τήν ἐνέργεια τῆς θέλησης, ἀλλά καί τῆς    μητρότητας) στήν κοινή ἐνέργεια τῆς Θεότητας, δηλαδή στήν ἴδια τή ζωή τοῦ Θεοῦ. Ἡ φυσική της ζωή, τό αἷμα της, ἡ βιολογική λειτουργία τοῦ σώματός της̇ ταυτίστηκε μέ τή ζωή τήν ἐνεργούμενη στή σαρκωμένη ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ὁ Θεός Λόγος ἔζησε ὑποστατικά ὡς μέρος τοῦ σώμα­τός της̇ μέ τή δική της σάρκα καί τό αἷμα, μέσα στή μήτρα της, ἔζησε ὁ Θεός, ταυτίστηκε ἡ δική της φυσική κτιστή ἐνέργεια μέ τήν ἐνέργεια ζωῆς τοῦ ἀκτίστου.

Καί δέν «δάνεισε» ἀπλῶς τίς βιολογικές της λει­τουργίες στόν Θεό Λόγο ἡ Θεοτόκος - γιατί δέν «δανεί­ζει» μιά μάνα τό σῶμα της στό παιδί της, ἀλλα οἰκοδο­μεῖ μέ τή σάρκα καί τό αἷμα της τήν ὕπαρξή του, ὅπως συγκροτεῖ καί τόν ψυχισμό τοῦ παιδιού της μέ τό θηλα­σμό, τό λόγο, τό χάδι, τή στοργή της. Ἡ Ἐκκλησία ἐπιμένει ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος του Θεού δέν προσέλαβε ἁπλῶς σάρκα κατά τήν ἐνανθρώπησή του, ἀλλά «σάρκα ἐμψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τέ καί νοερᾷ» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Περί πίστεως ὀρθοδόξου ΙΙΙ, 46), ὅπως εἶναι ἡ σάρκα κάθε ἀνθρωπίνου ἐμβρύου. Ὁ Χριστός προσέλαβε τήν ἀνθρώπιη φύση μέ τό σύνολο τῶν ἐνεργειῶν πού τή συνιστοῦν καί τήν ἐκφράζουν, σωματικῶν καί ψυχικῶν. Καί ἡ    συμβολή τῆς Θεοτόκου δέν σταματάει στήν οἰκο­δομή τῆς σαρκός τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἐκτείνεται καί σέ ὅ,τι θά μπορούσαμε νά ὀνομάσουμε συγκρότηση τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ του, ἀφοῦ ἡ μάνα εἶναι ἡ πηγή καί ἀφορμή γιά τήν ἄρθρωση τῶν πρώτων ψυχικῶν βιωμάτων, τῶν πρώτων ἐπιγνώσεων, τῶν πρώτων ψελλισμάτων, τῆς προοδευτικῆς εἰσόδου τοῦ παιδιοῦ στόν κόσμο τῶν ὀνομάτων καί τῶν συμβόλων, τόν κόσμο τῶν ἀνθρώπων.

  Μητέρα τοῦ Θεοῦ λοιπόν ἡ Παρθένος Μαρία ταύ­τισε στήν ὕπαρξή της, τή ζωή τοῦ κτιστοῦ μέ τή ζωή τοῦ ἀκτίστου, ἕνωσε στή δική της ζωή τήν κτίση μέ τόν Κτίστη της. Ἔτσι κάθε κτίσμα, ἡ σύμπασα δημιουργία τοῦ Θεοῦ, βρίσκει στό Πρόσωπό της τήν πύλη τῆς «ὄν­τως ζωῆς», τήν εἴσοδο πρός τό πλήρωμα τῶν ὑπαρκτικῶν δυνατοτήτων. «Ἐπ’ αύτῆ χαίρει πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τό σύστημα καί ἀνθρώπων τό γένος». Μέ τή γλώσσα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποίησης, κάθε εἰκόνα συμπεριληπτική τῆς φύσης ἀποδίδεται στήν Παναγία, γιά νά δηλωθεῖ ἀκριβῶς ἡ συμπαντική ἀνακαίνιση τοῦ κτιστοῦ πού συντελέστηκε στό Πρόσωπό της. Εἶναι «οὐρανός» καί «γῆ ἀγαθή» καί «ὄρος ἀλατόμητον» καί «πέτρα ποτίζουσα τούς διψῶντας τήν ζωήν» καί «μήτρα εὐθηνοῦσα» καί «ἄρουρα βλαστάνουσα ἱλασμούς». Καί ἡ ἀπαράμιλλη «σημαντική» τῆς ὀρθόδοξης ἁγιογραφίας    μεταφέρει τήν εἰκαστική ὑποτύπωση αὐτῶν τῶν εἰκόνων ἄλλοτε στό σχέδιο καί ἄλλοτε στό χρῶμα, εἴτε βρεφοκρατούσα παριστάνει τή Θεοτόκο καί θρόνο τῆς Θεότητας, εἴτε δεομένη, εἴτε γλυκοφιλοῦσα, εἴτε «κεκλιμένη» στή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἤ στή δική της κοίμηση. Εἶναι ἡ νέα Εὔα πού συγκεφαλαιώνει τή φύση ὄχι στήν «παρά φύσιν» αὐτονομία καί στό θάνατο, ἀλλά στήν «ὑπέρ φύσιν» μέθεξη τῆς Θεότητας καί στήν πραγματοποίηση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Γιατί τό δικό της θέλημα ἀποκαθιστᾶ τό ὑπαρκτικό «τέλος» ἤ    σκοπό τῆς καθολικῆς δημιουργίας, δίνει νόημα καί ἐλπίδα στήν «ἀποκαραδοκία τῆς κτίσεως». Ὄταν οἱ πιστοί ζητοῦν τίς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου γιά τή σωτηρία τους, δέν ζητοῦν κάποιο εἶδος δικανικῆς μεσιτείας, ἀλλά τή συμπερίληψη καί τῆς δικῆς τους ἀτελέσφορης θέλησης στό δικό της ζωοποιό θέλημα πού καταφάσκει τή σωτήρια ἀγάπη τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ.

 

Χρόνια Πολλά καί Εὐλογημένα!

 

Μετά πατρικῶν εὐχῶν

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

 

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Διαβάστε περισσότερα

Ποιμαντορική Εγκύκλιος Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς για την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή

«Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέῳκται· οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε».

     Τέκνα μου ἀγαπητά καί περιπόθητα

     Μᾶς ἀξιώνει ὁ Θεὸς γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ στὴ ζωὴ μας νὰ εἰσέλθουμε στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἡμέρες πορείας ποὺ μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὸν καιρὸ τοῦ Πάθους καὶ τὴν τριήμερο Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου.

     Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι ὁ εὐλογημένος καιρός.

     Μᾶς διευκολύνει ἡ Ἐκκλησία μας δίνοντας αὐτὸν τὸν καιρὸ τῆς Τεσσαρακοστῆς ὡς σίγουρη καὶ συνάμα οὐσιαστικὰ ἀποτελεσματικὴ εὐκαιρία στὴν ἀνάγκη τῆς ψυχῆς μας γιὰ νὰ ἀνεβοῦμε πρὸς τὰ πάνω. Γιὰ νὰ μεταμορφωθεῖ καὶ νὰ μπολιασθεῖ ἡ μικρή μας ζωή ἀπὸ τὸ μεγάλο θαῦμα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. 

     Μᾶς προσφέρει ἡ Ἐκκλησία μας μιὰν  Ἄνοιξη. Διότι ὅταν βοηθᾶμε τὴν ψυχή μας, ποὺ εἶναι δύσκαμπτη καὶ κλειστή, νὰ ἀνοίξει, νὰ γίνει πιὸ εὐέλικτη, πιὸ εὐκίνητη καὶ νὰ σταθεῖ μὲ εἰλικρίνεια ταπείνωσης ἀλλὰ καὶ θάρρος μετανοίας μπροστὰ στὸν “νοητὸν Ἥλιο” τὸν Χριστό μας, διευκολύνουμε τὴν  εἴσοδο τῆς Χάριτος καὶ τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ. Kαὶ ὅταν ἡ ψυχὴ χαριτώνεται, τὴν  Ἄνοιξη ἀνθίζει.

     Ἡ πορεία πρὸς τὴ συνάντηση μὲ τὸν ἀναστημένο Χριστὸ εἶναι μία ἀνοδικὴ κλίμακα ἀνεξάντλητη. Ὅπως ὁ Θεὸς εἶναι ἀπε­ριόριστος, ἔτσι καὶ ἡ δυνατότητά μας νὰ Τὸν συναντήσουμε καὶ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ Αὐτὸν εἶναι ἀπεριόριστη. Καὶ ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία μὲ τὴν κατανυκτικὴ αὐτὴ περίοδο τῆς πνευματικῆς καὶ σωματικῆς ἄσκησης, αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν δυνατότητα συνάντησης τὴν καθιστᾶ κανόνα ζωῆς.

     Αὐτὸς ὁ “κανόνας” ἔχει καὶ τοὺς τρόπους του,  τοὺς “πνευματικοὺς τρόπους” ποὺ μὲ βεβαιότητα θὰ φανερώσουν κάποιο ἀποτέλεσμα στὴ ζωή τοῦ Χριστιανοῦ. Τὸν τρόπο νὰ καταλάβει τί σημαίνει ἀσκητικὴ ζωὴ, πῶς θὰ ἀγγίξει τὶς πληγές του ποὺ εἶναι τὰ πάθη του, πῶς θὰ φτάσει στὴν μετάνοιὰ του, γιὰ νὰ ἀρχίσει ξανὰ καὶ νὰ συνεχίσει σὲ ὅλη τὴν ζωὴ του.

     Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ τροπάρια τοῦ Ἐσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς βρίσκουμε τὸν πρῶτο  “πνευματικὸ τρόπο”: «οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε». Ὅσοι ἐπιθυμεῖτε νά κάνετε αὐτή τήν ἄθληση, ἄς εἰσέλθετε.

     Βασικὴ προϋπόθεση εἶναι νὰ “βούλεται”, δηλαδὴ νὰ θέλει, νὰ ἐπιθυμεῖ νὰ γίνει ἀθλητὴς κάποιος. Κανείς δὲν πιέζεται νὰ ἀρχίσει. Ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται μιὰ ἀπόφαση γιὰ νὰ τεντώσει τὶς δυνατότητές του, νὰ ξεκινήσει μιὰ ἐντονότερη προσπάθεια. Νὰ κάνει ὅ,τι μπορεῖ, λίγο παραπάνω ἀπ’ ὅσο νομίζει ὅτι μπορεῖ. Νὰ κάνει τὸ καλὸ καὶ νὰ φτάνει τὸ ἀγαθὸ.

     Ἄλλωστε ἡ κλήση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ πράττει μὲ προαίρεση κι ἀποφασιστικότητα, σὲ συνεργασία μὲ τὴ Χάρη, τὸ ἀγαθό. Ἀφοῦ λοιπὸν θέλει κάποιος, μπορεί νὰ εἰσέλθει, ἀφοῦ ποθεῖ τὸν ἀγώνα αὐτὸν πρὸς τὸν Χριστὸ, εἶναι προσκεκλημένος. Ποὺ προσκαλεῖται; Στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Μόνο ὡς Σῶμα Χριστοῦ, δηλαδὴ μέσα στὸ Σῶμα Του ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία γίνεται κάθε ἀγώνας  ζωὴ ἁγιασμοῦσωτηρίας καὶ ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό.

     Αὐτὴ ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση καὶ πράξη δηλώνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει καὶ μετέχει στὴν κοινὴ ἄσκηση καὶ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ἐντάσσεται σ’ ἕνα ὁμαδικὸ πρόγραμμα καλυτέρευσης τῆς ἠθικῆς του ἤ γνωριμίας μὲ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ κυρίως και πρωτίστως καταλαβαίνει καὶ ἔχει τὴ συνείδηση ὅτι τὸ φρόνημα καὶ ἡ προσπάθεια εἶναι κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ ἀρετή. Καὶ κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ ἀρετὴ σημαίνει πρῶτον τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, καὶ δεύτερον, ταπείνωση καὶ ἀντίληψη τῆς ἐλαχιστότητας τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀναγνωρίζοντας ὅτι μπορεῖ νά γίνει κάτι μόνον μὲ τὴν Χάρη καὶ ἀπὸ τὴν Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὅταν συγχωρεθεῖ μὲ τὸν διπλανὸ του γιὰ νὰ τὸν συγχωρέσει καὶ ὁ Θεὸς.   

     Πόσο εὐεργετικὴ καὶ βοηθητικὴ εἶναι αὐτὴ ἡ συνειδητοποίηση! Ἀφενός καταλαβαίνει ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὅλος ὁ ἀνθρώπινος δυναμισμὸς κινητοποιεῖται ἀπὸ τὴν φιλάνθρωπη παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ ἱκανότητα. Ἀφετέρου  μιὰ, κατὰ τὰ ἀνθρώπινα, παρηγορία τὸν συντροφεύει, ὅτι δὲν παλεύει καὶ δὲν ἀγωνίζεται μόνος του, ἀλλὰ ταυτόχρονα μὲ ἐκεῖνον πλῆθος Ἁγίων καὶ χριστιανῶν ἔπραξαν καὶ πράττουν τὸν ἵδιον ἀγώνα, ὁ καθένας μὲ τὶς δυνάμεις του.      

     Στὴν Ὁδὸ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς ὑποδεικνύει τὴν  ἄσκηση καὶ τὴ νηστεία. Ἡ ἄσκηση εἶναι ἡ δύναμη ποὺ ἐνισχύει τὸ ἀδύνατο. Ἡ νηστεία εἶναι ἡ ἰατρικὴ καὶ φαρμακευτικὴ μέθοδος τῆς ἀσκητικῆς πνευματικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας ποῦ ἐνισχύει καὶ θεραπεύει τὴν ἀνθρώπινη ἀσθενικὴ φύση μὲ τὴ θεία δύναμη. Ἡ ἄσκηση καὶ ἡ νηστεία εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἰσορροπία τοῦ ἀνθρώπου. Τοῦ δίνει τὴ δυνατότητα, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, νὰ κόψει «τὸ θέλημά του» ποὺ κυριαρχεῖ, τὴν ἰσχυρὴ αὐτὴ δύναμη ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι ἰσχυρογνώμων, πεισματάρης, ἐπικριτικός, κακεντρεχής, ἄδικος. Λίγο ὥς πολὺ ἡ  καθημερινὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων.

     Ἡ ἄσκηση λοιπὸν δὲν εἶναι μιὰ περιστασιακὴ ἤ καὶ μακροχρόνια καλυτέρευση τοῦ ἀνθρώπου. Ἄν ἀνατρέξουμε στοὺς ἁγίους ἀσκητὲς, οἱ ὁποῖοι σπούδασαν στὴν ἔρημο τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ σὲ αὐτοὺς σπουδάζουμε κι ἐμεῖς, βλέπουμε ὅτι ὁ ἀγώνας τῆς ἄσκησης ἦταν ἔμπονος καὶ συνεχής. Βλέπουμε γιὰ παράδειγμα ὅτι τὶς στιγμὲς ποὺ οἱ κίνδυνοι τῶν πειρασμῶν ἦταν πολυπληθεῖς, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἐγρήγορση γίνονταν ἀτέλειωτες. Τὸν καιρό ποὺ ἕνα πάθος κινοῦσε τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα πρὸς τὴν ἁμαρτία, ἡ προσευχὴ γινόταν ἀδιάλειπτη. Ὅταν πίσω ἀπὸ τὸν πειρασμό παραμόνευε ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ταπείνωση κρατοῦσε τὸν ἄνθρωπο στὰ ὅριά του.

     Καὶ χρειάζεται νὰ προσέξουμε ὅτι ὅλον αὐτὸν τὸν ἀγώνα οἱ Ἅγιοι τὸν ἔκαναν μὲ τὴν καρδιά τους, γιατὶ ὅ,τι καὶ ὅσα ἔκαναν ἦταν πόθος καὶ ἀγάπη καὶ ἔρωτας γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ ἡ χαρὰ τους ἦταν μεγάλη. Γιατὶ, ὅταν ἀγαπᾶ ὁ ἄνθρωπος τὸν Χριστὸ ἔχει χαρὰ, καὶ μὲ αὐτὴ τὴν χαρὰ κάνει κόπο καὶ θυσίες. Ἡ κατὰ Θεὸν χαρὰ εἶναι ἡ ἀναπνοὴ μέσα στὶς καθημερινὲς θλίψεις καὶ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς.  Ὁ ὅσιος Νεῖλος ὁ ἀσκητὴς λέγει ὅτι ἡ χαρά στὶς συμφορές δίνει ὑπομονή, στὶς προσευχὲς χάρη, στοὺς κόπους καὶ μόχθους εὐφροσύνη κι εὐθυμία, στὴν ἀγάπη στολισμό καὶ στὴν μακροθυμία ἐπιβράβευση“.

     Ὁ Χριστὸς, ἀγαπητοί μου, βλέπει τὸν πόθο μας, βλέπει τὴν χαρὰ μας, ὅπως βλέπει καὶ τὶς ἀνάγκες μας καὶ τὸν πόνο καὶ τὶς θυσίες μας. Ἡ προσευχή εἶναι ἡ ἀποδοχὴ καὶ ὁ δικός μας λόγος σὲ αὐτὸ τὸ “βλέμμα” τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἄλλωστε περιμένει, νὰ ἀπαντήσουμε μὲ τὴν καρδιά μας. Λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος ”Νὰ θυμᾶσαι πάντοτε τὸν Θεὸ μὲ τὴν προσευχή. Τότε ἀσφαλῶς καὶ ὁ Θεός θὰ σὲ θυμηθεῖ, ὅταν περιπέσεις σὲ κακά, γιὰ νὰ σὲ λυτρώσει ἀπὸ αὐτά. Πρὶν ἀκόμη ἀρχίσει ὁ πόλεμος, νὰ ἐπιζητᾶς τὴν συμμαχία. Πρὶν ἀρρωστήσεις, προσκάλεσε τὸν γιατρὸ καὶ πρὶν περιπέσεις στὶς διάφορες θλίψεις, νὰ προσευχηθεῖς στὸν Θεό, ὥστε κατά τὴν ἐπιδρομὴ τῶν λυπηρῶν νὰ ἔχεις ἐξασφαλίσει τὴν ἀκατανίκητη βοήθεια τοῦ Θεοῦ’‘. Αὐτὸ ζητᾶμε λοιπὸν μὲ τὴν προσευχή, τὴν ἀκατανίκητη βοήθεια ἀπὸ τὸν Θεὸ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ ἐντός τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἡ αἴτηση, ἡ προσφυγή, ἡ ἀναζήτηση, ἡ λαχτάρα ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Πορφύριος γιὰ τὸν Χριστό.  Εἶναι πολὺ σημαντικὸ κάθε μέρα, κάθε λεπτὸ νὰ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ τοποθετεῖται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ και νὰ προσεύχεται. Νὰ στέκεται μπροστὰ στὸν Θεὸ μὲ ἀνδρεία καὶ εἰλικρίνεια ποὺ σημαίνει νὰ κυριαρχεῖ μέσα του ἡ ἐγρήγορση τῆς κάθαρσης τῆς συνείδησης. Καὶ καθαρὴ συνείδηση δὲν εἶναι αὐτὴ ποὺ οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἄγνοια ἴσως ἥ καὶ ἀπὸ πονηρία θεωροῦν ὅτι διαθέτουν ἐπειδὴ “δὲν ἔχουν κάνει κάτι κακὸ” ἤ “κάνουν τὸ καλό”. Ἡ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ ὅμως δὲν διαδραματίζεται ἀνάμεσα στὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ μιᾶς ἠθικῆς. Ἡ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ διαδραματίζεται ἀκριβῶς ἀνάμεσα στοὺς δύο ληστὲς, στὸν μετανοήσαντα καὶ στὸν ἀμετανόητο. Δηλαδὴ ἀνάμεσα στὸν Παράδεισο καὶ τὴν ἄρνησὴ του. Γι’αὐτὸ ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ἀρχὴ ὅλης τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ πρώτη καὶ πανταχοῦ παρούσα ἀρετὴ, κάθε ἀσκητικῆς, κάθε ἀγώνα, κάθε καλοῦ. Ἡ μετάνοια ἐκφράζεται στὴν προσευχὴ, ἡ μετάνοια ρυθμίζει τὴν ἄσκηση, ἡ μετάνοια καθορίζει τὴν πνευματικὴ ζωὴ. Ἡ μετάνοια εἶναι μιὰ ἀδιάκοπη ἐπιστροφὴ στὸ Θεό, μιὰ διαρκὴς ἀναζήτηση καὶ εὕρεση, εὕρεση καὶ ἀναζήτηση τοῦ Ἀγαπημένου. Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ἀνδρεία καὶ ἡ εἰλικρίνεια. Εἶναι ἡ λαχτάρα καὶ ὁ πόθος ὅπως εἴπαμε, ποὺ συνοδεύει ὡς τὴν θύρα τῆς Βασιλείας ὅσους μὲ αἴσθηση τῆς ἀμαρτωλότητὰς τους καὶ, παλεύοντας, νικητὲς τοῦ θελήματός τους, ζητοῦν νὰ φτάσουν στὸν Θεὸ.        

     Ἄς κρατήσουμε λοιπὸν ἀγαπητοὶ μου αὐτὴν τὴν λαχτάρα γιὰ τὸν Χριστὸ ζωντανὴ καὶ στὸν ἀγώνα στὸν ὁποῖο εἰσερχόμαστε αὐτὴ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ νὰ μὴν μᾶς λήψει ἡ προσευχή γιατί ὅσο μιλάμε καὶ παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, τόσο Ἐκεῖνος θὰ ἀπλώνει τὴν Χάρη Του ἐπάνω στὴν ἁμαρτωλότητά μας γιὰ να τὴν γιατρέψει καὶ ὅσο ζητᾶμε νὰ μᾶς δίνει μετάνοια ὁ Θεὸς, τόσο ἐλλατώνεται τὸ κακὸ ποὺ κάνουμε.

     Νὰ θυμόμαστε τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Παϊσίου: “Κάνεις κακό; Ὁ Θεός σου δίνει σκαμπιλάκι. Λές «ἥμαρτον»; Σταματᾶ και σοῦ δίνει ευλογίες.

 

     Αὐτὲς τὶς εὐλογὶες εὐχόμεθα νὰ ἔχετε.

 

Καλὴ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή!

 

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Διαβάστε περισσότερα

Ποιμαντορική Εγκύκλιος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ.Σεραφείμ, επί τη Εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Ὑπάρχουν στιγμές στήν ἀνθρώπινη ἱστορία, τέτοιας μεγάλης σπουδαιότητος, οἱ ὁποῖες μοιάζει ἀδύνατον νά περιγραφοῦν μέσα ἀπό μία πεζή διήγηση. Ἡ ἐξιστόρησή τους ἀπαιτεῖ περισσότερα καί διεισδυτικότερα ἐκφραστικά μέσα. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά καταθέσει ὅλη τή δημιουργική του ἰκμάδα ὥστε νά καταφέρει κάπως νά μιλήσει γι’ αὐτά τά ἀκριβά καί μέγιστα. Γι' αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἐπιστρατεύει συχνά τήν ποίηση καί τή μουσική γιά νά συμπληρώσουν τήν ἱστόρηση τῶν ἱερῶν γεγονότων, ὁδηγώντας τούς ἀκροατές τῶν ὕμνων πού προκύπτουν, στή γνώση καί στή μετοχή τῶν μυστηρίων τῆς ζωῆς.

Διαβάστε περισσότερα

Στον ιστοτόπο αυτό...

 ... μπορείτε να ενημερώνεστε για θέματα τύπου σχετικά με την Ποιμαντική, Ιεραποστολική, Φιλανθρωπική, Νεανική και λοιπή δραστηριότητα της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.

Ο Διευθυντής  Ιδιαιτέρου Γραφείου Σεβασμιωτάτου, Γραφείου Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων

Δημήτριος Αλφιέρης  

Επικοινωνία

 Διεύθυνση

  • Ακτή Θεμιστοκλέους 190

  • ΤΚ 185-39

  • Πειραιάς

Τηλεφωνικό κέντρο

  • 2104514833

Email Επικοινωνίας

  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.