wrapper

Μηνύματα Σεβασμιωτάτου

Η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς τίμησε την Αγία Θ΄ Οικουμενική Σύνοδο

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

 

 

Η ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ  ΤΙΜΗΣΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ Θ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ 

ΣΤΟΝ  Ι. ΝΑΟ ΑΓΙΟΥ ΝΕΙΛΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

 

Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ τήν 15/3/2020 Κυριακή B΄ Νηστειῶν ἱερουργῶν στόν Ἱ. Ναό Ἁγ. Nείλου Πειραιῶς ἐτίμησε τή μνήμη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ καί τήν Θ΄ (9η) Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁποία συνεκλήθη στίς 28 Μαΐου 1351 ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνό καί τόν πατριάρχη Κων/νουπόλεως Κάλλιστο στά ἀνάκτορα τῶν Βλαχερνῶν, στό Ἀλεξιανό τρίκλινο. Ἔλαβαν μέρος ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης Καντακουζηνός, ὡς πρόεδρος, ὁ πατριάρχης Κων/νουπόλεως Κάλλιστος, εἰκοσιπέντε μητροπολίτες, πού εἶχαν τή σύμφωνη γνώμη ἄλλων τριῶν, ἑπτά ἐπίσκοποι, ὁ σεβαστοκράτορας Μανουήλ Ἀσάνης, ὁ Ἀνδρόνικος Ἀσάνης, τά μέλη τῆς Συγκλήτου, πολλοί ἄρχοντες, ἡγούμενοι, ἀρχιμανδρίτες, ἱερεῖς, μοναχοί καί πολλοί λαϊκοί. Κλήθηκε, ἐπίσης, νά πάρει μέρος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὄχι βέβαια μέ τήν ἰδιότητα τοῦ κατηγορουμένου, ἀλλά τά βέλη ὅλων τῶν ἀντιπάλων στρέφονταν κυρίως ἐναντίον του, γι’αὐτόν τόν λόγο ἀνέλαβε μέ προτροπή τοῦ Αὐτοκράτορα καί τῆς Συνόδου τό βάρος τοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν Ἀκινδυνιστῶν.

Ἡ Σύνοδος, ὕστερα ἀπό σοβαρή, προσεκτική, ψύχραιμη καί σέ βάθος μελέτη, κατεδίκασε καί ἀναθεμάτισε τούς αἱρετικούς Βαρλαάμ Καλαβρό καί Γρηγόριο Ἀκίνδυνο, ἀναγνώρισε τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, καί ἐξέδωσε τήν ἀπόφασή Της, τεκμηριώνοντάς την μέ πλῆθος Πατερικῶν μαρτυριῶν, σύμφωνα μέ τήν ὁποία:

α) ὑπάρχει διάκριση ἀνάμεσα στήν θεία οὐσία καί τήν θεία ἐνέργεια,

β) ἡ θεία ἐνέργεια εἶναι ἄκτιστη,

γ) δέν προκύπτει καμμιά σύνθεση στόν Θεό ἀπό αὐτό,

δ) ἡ θεία καί ἄκτιστη ἐνέργεια προσαγορεύεται ἀπό τούς ἁγίους Θεότης,

ε) ὁ Θεός ὑπέρκειται κατ’ οὐσίαν τῆς θείας ἐνεργείας καί

ς) κάθε δημιούργημα μετέχει στήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί ὄχι στήν οὐσία Του.

Ἡ Σύνοδος τοῦ 1351 μ.Χ. ἔχει ὅλα τά χαρακτηριστικά τῆς  Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί εἶναι ἡ Θ΄ (9η) Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας. Διασώζει ὅλα τά ἐξωτερικά καί ἐσωτερικά στοιχεῖα τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου γεγονός πού ἀνεγνώρισε κατ’ οὐσίαν καί ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης, διότι α) συνεκλήθη ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνό, β) εἶχε ὡς ἀντικείμενο σπουδαῖο θέμα, στό ὁποῖο συγκεφαλαιώνεται ὅλη ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί πνευματικότητα, καί στό ὁποῖο συγκρούονται δύο παραδόσεις, ἡ ὀρθόδοξη καί ἡ φραγκολατινική, γ) ἀσχολήθηκε μέ σοβαρό δογματικό θέμα, τό ὁποῖο εἶναι συνέχεια τῶν θεμάτων, πού ἀπασχόλησαν τήν ἀρχαία Ἐκκλησία. Τόν 4ο αἰώνα οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀντιμετώπισαν τήν αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι κτίσμα. Καί ἡ Σύνοδος τῆς Κων/νουπόλεως τοῦ ἔτους 1351 μ.Χ. ἀντιμετώπισε τήν αἵρεση τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστή, αἵρεση καί κακοδοξία τήν ὁποία συνεχίζει νά διδάσκει ἡ σχολαστική θεολογία τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη καί τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ. Ἐπίσης, ἀφοῦ ἡ Σύνοδος αὐτή ἀσχολήθηκε μέ τό δόγμα περί τῶν θείων ἐνεργειῶν, φέρεται ὡς συνέχεια τῆς ΣΤ΄ (6ης) Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου (680 μ.Χ.), ἡ ὁποία ἀπεφάνθη ὅτι ὁ Χριστός ἔχει δύο θελήσεις καί δύο ἐνέργειες, θεία καί ἀνθρώπινη, γεγονός πού μνημονεύει ὁ Τόμος τῆς Συνόδου τοῦ ἔτους 1351. Μάλιστα, οἱ αἱρετικοί, τούς ὁποίους κατεδίκασε ἡ Σύνοδος αὐτή, ὅπως λέει ὁ Τόμος Της, εἶναι χειρότεροι τῶν Μονοθελητῶν καί τῶν Μονενεργητῶν, τούς ὁποίους κατεδίκασε ἡ ΣΤ΄ (6η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος, δ) ἀποδέχθηκε τίς ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Συνόδων, ε) τεκμηρίωσε ὅλη τήν θεολογία τῶν κειμένων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τήν διδασκαλία ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, στ) ὁ Τόμος της ὑπογράφτηκε ἀπό ὅλους (Αὐτοκράτορας Ἰωάννης Καντακουζηνός, Πατριάρχης Κων/λεως Κάλλιστος, παριστάμενοι Συνοδικοί, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Νήφων, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Λάζαρος, ὑπέρ τούς πενήντα Μητροπολίτες, Ἐπίσκοποι, ὁ Ἰωάννης Παλαιολόγος, ὁ Ματθαῖος Καντακουζηνός), ζ) στό «Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας», πού ἐκφράζει τήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά τή νίκη καί τόν θρίαμβο τῶν Ὀρθοδόξων, οἱ ἅγιοι Πατέρες πρόσθεσαν καί τά «Κατά Βαρλαάμ καί Ἀκινδύνου κεφάλαια» τῆς Συνόδου Αὐτῆς, η) ἀνέπτυξε τήν διδασκαλία της ὁ θεούμενος πατήρ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Τήν αὐθεντία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως καί τῶν ἄλλων Συνόδων, προσδίδουν κυρίως οἱ θεούμενοι καί θεοφόροι ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι τίς συγκροτοῦν, καί θ) ἡ Σύνοδος αὐτή χαρακτηρίσθηκε ὡς Οἰκουμενική ἀπό πολλούς Πατέρες καί διδασκάλους καί τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἰερόθεο, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως κ. Ἱερεμία, τόν Ἐπίσκοπο κ. Ἀθανάσιο Γιέφτιτς, τόν μακαριστό καθηγητή τῆς δογματικῆς, πρωτοπρεσβύτερο Ἰωάννη Ρωμανίδη, τόν μακαριστό καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, πρωτοπρεσβύτερο Γεώργιο Μεταλληνό κ.ἄ.

Μέ βάση τά παραπάνω δέν πρόκειται γιά κάποια πρωτοτυπία ἤ καινοτομία τό νά ἀποδεχθοῦμε, ὡς Ἱερά Μητρόπολη, ὡς Τοπική Ἐκκλησία, τήν ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Σύνοδο τοῦ 1351 μ.Χ. ὡς Οἰκουμενική.

Στό σημεῖο αὐτό κρίνεται ἀναγκαῖο νά ἀναφερθοῦν οἱ κύριες ἰδέες τοῦ ἀπό τή Δύση ἐλθόντος Βαρλαάμ Καλαβροῦ, τήν καταδίκη τῶν ὁποίων ἐπεκύρωσε ἡ ἐν Κων/νουπόλει Σύνοδος τοῦ 1351, σέ ἀντιπαράθεση μέ τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, γιά νά καταδειχθῆ ἡ Σύνοδος αὐτή ὡς Οἰκουμενική.

 

Α) Ἡ ἀποδεικτική καί ἡ διαλεκτική μέθοδος

Ὁ φιλόσοφος Βαρλαάμ στά θεολογικά δόγματα καί θέματα δέν χρησιμοποιοῦσε ἀποδείξεις ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀπό τόν ἀνθρώπινο συλλογισμό, τήν λογική. Ἡ μέθοδος αὐτή ἦταν γνωστή στόν Βαρλαάμ ἀπό τήν Δύση, ἀφοῦ ἀποτελεῖ τό θεμέλιο τῆς σχολαστικῆς «θεολογίας» τοῦ Ἱ. Αὐγουστίνου καί τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη, καί συνοψίζεται στό ρητό «πιστεύω, γιά νά κατανοήσω». Σύμφωνα μέ τήν ἀρχή αὐτή, πρῶτα δέχεται κανείς τά δόγματα καί ἔπειτα μέ τήν διάνοιά του, ὁπλισμένη μέ τήν φιλοσοφία, ἐμβαθύνει σ’αὐτά καί ἀνακαλύπτει νέα δόγματα, ὅπως οἱ αἱρετικοί παπικοί τήν αἵρεση τοῦ Filioque.

Τόν τρόπο αὐτόν σκέψεως καί ἐνεργείας τοῦ Βαρλαάμ τόν πρόσεξε ἰδιαίτερα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ὁ ἅγιος χρησιμοποιοῦσε τήν ἀποδεικτική μέθοδο, δηλ. εἰσέφερε στά θεολογικά θέματα ἀποδείξεις ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνῶ ὁ Βαρλαάμ χρησιμοποιοῦσε τήν διαλεκτική μέθοδο, ἡ ὁποία στηρίζεται στή δύναμη τῆς λογικῆς, στόν ὀρθολογισμό καί κατέληγε σέ πιθανότητες. Στά θεῖα πρέπει νά ἐφαρμόζεται ἡ ἀποδεικτική μέθοδος, ἡ ὁποία στηρίζεται στήν αὐθεντία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καί βοηθητικῶς μόνο νά χρησιμοποιοῦμε τήν λογική καί τούς φιλοσόφους. Ὁ Βαρλαάμ ἔκανε ἀκριβῶς τό ἀντίθετο. Ὁ βαρλααμισμός, γιά τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, προϋποθέτει τήν φιλοσοφία καί τήν γυμνασμένη καί ἰσχυρή λογική. Ὅμως, κατά τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, τήν ὁποία ἐξέφρασε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τήν γνώση τοῦ Θεοῦ τήν ἀποκτοῦμε μέ τή μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῆς ζωῆς καί τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων καί κυρίως μέ τό βίωμα τῆς μετανοίας μέσα στήν Ἐκκλησία.  

 

Β) Ἡ φιλοσοφία

Ὁ Βαρλαάμ ἔδινε στή φιλοσοφία λυτρωτικό χαρακτήρα καί θεωροῦσε τήν γνώση της ὡς ἀναγκαῖο συμπλήρωμα τῆς θείας Ἀποκαλύψεως. Οἱ φιλόσοφοι, γιά τόν Βαρλαάμ, ἦταν ὅπως οἱ ἅγιοι Προφῆτες καί οἱ Ἀπόστολοι, ἀφοῦ τούς φιλοσόφους τούς χαρακτήριζε ὡς θείους καί φωτισμένους ἀπό τόν Θεό.

Ὅμως, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στά συγγράμματά του «Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων» ἀπέκλεισε τήν φιλοσοφία ὡς ἀνίσχυρη νά διεισδύσει στόν χῶρο τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ καί τήν περιόρισε ὡς χρήσιμη μόνο γιά τά κτιστά.

 

Γ) Ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ

Ὁ Βαρλαάμ ἐπιτέθηκε ἀκόμη καί ἐναντίον τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ, δηλ. τοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον μέ τόν ἁμαρτωλόν». Ἡ χρήση τῆς ψυχοσωματικῆς μεθόδου στήν προσευχή ἀπό τούς ἡσυχαστές θεωρήθηκε ἀπό τόν Βαρλαάμ ὡς ἀπόπειρα ἀνατροπῆς τῶν μυστηρίων καί ὡς διδασκαλία ἄγνωστη στούς Πατέρες. Γι’αὐτό κατηγοροῦσε τούς μοναχούς ὡς Βογομίλους καί Μασσαλιανούς, ἐπειδή χρησιμοποιοῦσαν μία εὐχή, ὅπως ἐκεῖνοι (οἱ Μασσαλιανοί) χρησιμοποιοῦσαν μόνο μία εὐχή, τήν Κυριακή προσευχή. Ἐπίσης, τούς κατηγοροῦσε ὅτι ἀρνοῦνται τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή στήν «εὐχή τοῦ Ἰησοῦ» ὁ Χριστός ὀνομάζεται ἁπλῶς Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ὄχι Θεός.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μαζί μέ ἄλλους μοναχούς ἀπέδειξαν α) τήν ἁγιογραφική καί πατερική θεμελίωση τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, β) ὅτι δέν χρησιμοποιοῦσαν μόνο μία εὐχή, ὅπως οἱ Μασσαλιανοί, ἀλλά καί ὅλες τίς ἄλλες ἐκκλησιαστικές εὐχές καί γ) ὅτι ἡ φράση «Υἱέ Θεοῦ» δέν ἀπέκλειε τήν πίστη στή Θεότητα τοῦ Χριστοῦ. 

 

Δ) Τό Θαβώριο Φῶς

Ὁ Βαρλαάμ ὑποστήριζε ὅτι τό Φῶς τῆς Θείας Μεταμορφώσεως εἶναι κτιστό. Δέν εἶναι ἀπρόσιτο, οὔτε ἀληθινό φῶς τῆς θεότητας, ἀλλά κατώτερο ἀπό τούς ἀγγέλους καί ἀπό αὐτή τήν ἀνθρώπινη νόηση, τά νοήματα καί τά νοούμενα. Εἶναι δηλ. φῶς ὑλικό, πού ἄλλοτε γινόταν ὁρατό μέ τίς αἰσθήσεις καί ἄλλοτε διαλυόταν καί κατέληγε στό «μή εἶναι», διότι ἦταν φθαρτό καί πεπερασμένο.

Σ’ αὐτή τήν αἵρεση, ὅτι δηλ. τό Θαβώριο Φῶς εἶναι κτιστό, ὁδηγήθηκε ὁ Βαρλαάμ, ἐπειδή ταύτιζε τήν ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του καί ἐπειδή ἀπέδιδε στόν Θεό κτιστές ἐνέργειες. Ὁ Βαρλαάμ δέν δεχόταν ἄκτιστες ἐνέργειες στόν Θεό. Πίστευε ὅτι ὁ Θεός εἶναι οὐσία ἀπρόσιτη καί δέν ἐπικοινωνεῖ προσωπικά μέ τόν ἄνθρωπο. Ἐνεργεῖ στόν κόσμο ὄχι ἄμεσα, ἀλλά ἔμμεσα, μέ κτιστές ἐνέργειες. Γι’ αὐτόν ἡ Θεία Χάρις εἶναι μέγεθος κτιστό, πού τό δημιουργεῖ ὁ Θεός, γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο. Κτιστή εἶναι, ἐπίσης, ἡ Χάρις τῶν Μυστηρίων, ὅπως κτιστό εἶναι καί τό Θαβώριον Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ.

Οἱ ἀπόψεις, ὅμως, αὐτές τοῦ Βαρλαάμ γιά τό Θεῖο Φῶς εἶναι κακόδοξες καί ἀντίθετες μέ τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων. Μέ ἀναφορά πλήθους πατερικῶν χωρίων ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ἄλλοι μοναχοί ἀπέδειξαν ὅτι τό Φῶς τῆς Θείας Μεταμορφώσεως δέν εἶναι ὑλικό καί πεπερασμένο, δέν εἶναι ἐξωτερική δόξα τοῦ σώματος, ἀλλά δόξα καί λαμπρότητα τῆς ὑποστατικά ἑνωμένης μέ τό σῶμα θεότητας. Δέν εἶναι ἀκόμη τό Φῶς ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἀθέατη καί ἀμέθεκτη, ἀλλά ἐνέργεια καί Χάρις τοῦ Θεοῦ, προσιτή καί μεθεκτή ἀπό τούς ἀξίους. Σύμφωνα μέ τήν Σύνοδο τοῦ 1351, πού εἶναι ἡ Θ΄ (9η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος, «ἄκτιστόν ἐστι τό Φῶς τῆς τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως καί οὐκ ἔστι τοῦτο ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ». Ἐπίσης, σύμφωνα μέ τό Συνοδικό της Ὀρθοδοξίας, τό Φῶς, πού ἔλαμψε κατά τή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου δέν εἶναι οὔτε κτίσμα οὔτε οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἄκτιστη καί φυσική Χάρις καί ἔλλαμψη καί ἐνέργεια, πού πάντοτε προέρχεται ἀχωρίστως ἀπό τήν θεία οὐσία.

Στήν Ὀρθόδοξη θεολογία ὑπάρχει διάκριση μεταξύ ἀκτίστου οὐσίας τοῦ Θεοῦ καί ἀκτίστων ἐνέργειών Του. Μέ τήν οὐσία, βέβαια, τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι παντελῶς ἀκατάληπτη καί ἀνέκφραστη, ὁ πιστός δέν μπορεῖ νά ἔλθει σέ κοινωνία. Ἐπικοινωνεῖ, ὅμως, καί μετέχει τῶν θείων ἐνεργειῶν Του. Αὐτές, ὅπως καί ἡ θεία οὐσία, εἶναι ἄκτιστες καί ἀδημιούργητες. Εἶναι δηλ. κάτι ἄλλο ἀπό τήν θεία οὐσία, ἀλλά ὄχι κάτι ἄλλο ἀπό τήν Θεότητα. Ὁ πιστός, μέ τή μετάνοια, τήν ἄσκηση, τήν προσευχή καί τή συμμετοχή του στή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, κοινωνεῖ μέ τίς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες καί γίνεται «θείας φύσεως κοινωνός». Δηλ. μέ τίς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες καί κατά τό μέτρο τοῦ πνευματικοῦ του ἀγώνα καθαρίζεται ἡ καρδιά του ἀπό τά πάθη, φωτίζεται ὁ νοῦς καί ἀξιώνεται νά «δεῖ», θεᾶται, μέ τρόπο μυστικό καί ἀπόρρητο, τή θεία δόξα, τό ἄκτιστο Φῶς. Αὐτή εἶναι ἡ ἡσυχαστική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὁ Βαρλαάμ, ἐπίσης, θεωροῦσε ὅτι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἦταν ἀτελεῖς σ’ ἐκείνη τήν ὑπέρτατη θεωρία τῆς Μεταμορφώσεως, ἐξαιτίας τοῦ φόβου, πού δοκίμασαν, ὅταν οἱ Προφῆτες Μωϋσῆς καί Ἠλίας εἰσῆλθαν στή νεφέλη.

Σύμφωνα, ὅμως, μέ τήν Σύνοδο τῆς Κων/λεως τοῦ 1351 καί ὅπως ἐξηγοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες, αὐτός ὁ φόβος, πού ἦταν στενά συνδεδεμένος μέ τήν χαρά, δέν ἦταν δουλικός, ὥστε νά κολασθοῦν καί νά λυπηθοῦν οἱ Ἀπόστολοι, ἀλλά υἱϊκός καί τῶν τελείων. Γιατί, ὑπάρχει ὁ εἰσαγωγικός φόβος καί ὁ φόβος τῶν τελείων. Ἐδῶ πρόκειται γιά χαρά, σεβασμό, προσκύνηση τοῦ μεγάλου μυστηρίου, τοῦ ὁποίου ἀξιώθηκαν νά γίνουν θεατές.

 

Ε) Ἡ κατά Χάριν θέωση

Ὅλα τά παραπάνω ἔχουν σωτηριολογικές προεκτάσεις καί συνέπειες, δηλ. ἔχουν ἄρρηκτη σχέση μέ τήν σωτηρία καί τή ζωή τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ. Γιατί, ἄν ἡ θεία Χάρις εἶναι κτιστή, ὅπως οἱ αἱρετικοί Παπικοί διδάσκουν, ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά φθάσει στόν ἁγιασμό καί τήν κατά Χάριν θέωση. Καί αὐτό ἐπειδή, ἁπλούστατα, ἕνα κτίσμα – κτιστή ἐνέργεια (Χάρις) – δέν εἶναι δυνατόν νά σώσει, νά λυτρώσει καί νά θεώσει ἄλλο κτίσμα, τόν ἄνθρωπο. Ἔτσι, ὁ Βαρλαάμ καί οἱ Δυτικοί δέν ὁμιλοῦν περί τῆς κατά Χάριν θεώσεως ὡς σκοποῦ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά μόνον περί τῆς ἠθικῆς τελειώσεώς του. Ὅτι δηλ. ὀφείλουμε νά γίνουμε καλύτεροι ἄνθρωποι ἠθικά (εὐσεβισμός), ὄχι, ὅμως, κατά Χάριν θεοί. Κατά συνέπεια, ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά εἶναι κοινωνία θεώσεως, ἀλλά ἵδρυμα, πού παρέχει στούς ἀνθρώπους τήν δικαίωση κατά ἕνα οὐμανιστικό (ἀνθρωπιστικό), νομικιστικό καί δικανικό τρόπο διά μέσου της κτιστῆς χάριτος. Σέ τελική ἀνάλυση δηλαδή καταλύεται ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας ὡς πραγματικότητα θεανθρωπίνης κοινωνίας. Ἡ Ὀρθόδοξη, ὅμως, ἐμπειρία καί τό Ὀρθόδοξο βίωμα μιλᾶ γιά κατά Χάριν θέωση τοῦ ἀνθρώπου, γιά ἐξαγιασμό καί γιά κοινωνία θεώσεως, ἡ ὁποία ἀρχίζει ὡς ἀρραβώνας τοῦ Πνεύματος ἀπό τήν παροῦσα ζωή καί συνεχίζεται ἀτελεύτητα ὡς γάμος στήν ἐπουράνιο Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Γιά τίς ταραχές πού προκάλεσε ὁ Βαρλαάμ κατά τῶν Ἡσυχαστῶν, συνῆλθε στήν Κων/λη ἡ Σύνοδος τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1341, ἡ ὁποία τόν καταδίκασε. Ἐπίσης, τόν Αὔγουστο τοῦ 1341 καί τόν Φεβρουάριο τοῦ 1347 συνῆλθαν ἀκόμη δύο Σύνοδοι στήν Κων/νούπολη, οἱ ὁποῖες κατεδίκασαν τούς ὁμόφρονες διαδόχους τοῦ Βαρλαάμ, Γρηγόριο Ἀκίνδυνο καί Ἰωάννη Καλέκα Πατριάρχη Κων/νουπόλεως. Ἡ Θ΄ (9η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος τοῦ 1351 ἐπεκύρωσε τίς ἀποφάσεις τῶν δύο προηγουμένων Συνόδων. Τέλος, τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1368 συνῆλθε ἡ τελική Σύνοδος στήν Κων/νούπολη, ἡ ὁποία ἀναθεμάτισε καί καθήρεσε τούς αἱρετικούς Πρόχορο καί Δημήτριο Κυδώνη, Νικηφόρο Γρηγορᾶ καί Γεώργιο Λαπίθη, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τήν ἴδια νόσο μέ τόν Βαρλαάμ καί τόν Ἀκίνδυνο, ἐπεκύρωσε τόν Συνοδικό Τόμο τῆς Θ΄ (9ης) Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ 1351 καί κατέταξε τόν Γρηγόριο Παλαμᾶ, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης μεταξύ τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας.

Τό συμπέρασμα ἀπό ὅλα τά ἀνωτέρω εἶναι, ὅτι ἡ ἐπί Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Σύνοδος τοῦ 1351 μ.Χ. εἶναι ὄντως ἡ Θ΄ (9η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἔτσι ἔχει περάσει στήν ἀλάνθαστη συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.

 

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Δείτε πλούσιο φωτογραφικό υλικό ΕΔΩ

Διαβάστε περισσότερα

Ποιμαντορική Εγκύκλιος Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ.Σεραφείμ για την Κυριακή της Ορθοδοξίας.

Π Ο Ι Μ Α Ν Τ Ο Ρ Ι Κ Η   Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ

ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ

ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΦΑΛΗΡΟΥ, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ & ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ

Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ

ΕΠΙ  ΤΗι  ΚΥΡΙΑΚΗι ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ  2020

Τέκνα μου ἀγαπητά καί περιπόθητα,

Σήμερα Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει μέ κάθε λαμπρότητα τό μεγάλο ἐκκλησιαστικό γεγονός τῆς ἀναστηλώσεως τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, τό ὁποῖο ἐπισυνέβη τό 843, ἀπό τήν εὐσεβῆ βυζαντινή αὐτοκράτειρα  καί ἁγία της Ἐκκλησίας μας, Θεοδώρα τήν Αὐγούστα καί σήμανε τό πέρας τῆς φοβερῆς εἰκονομαχίας, ἡ ὁποία συντάραξε τήν Ἐκκλησία γιά ἕναν καί πλέον αἰῶνα.

Κοσμικοί ἄρχοντες, διακατεχόμενοι ἀπό κοσμικό φρόνημα καί ἐπηρεασμένοι ἀπό τόν Ἰουδαϊσμό καί τό Ἰσλάμ, θέλησαν νά ἐπιβάλλουν τήν κατάργηση τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων ἀπό τή θεία λατρεία, ὡς δῆθεν ἀντιχριστιανική καί δεισιδαίμονα πρακτική. Ἀλλά ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐκκλησιαστική αὐτοσυνειδησία ἀντιστάθηκε μέ σθένος  καί σέ αὐτή τήν δοκιμασία, ἀναδεικνύοντας πλῆθος ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀποφάνθηκε, διά τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787), πώς ὁ εἰκονισμός δέν εἶναι εἰδωλολατρία, ὅπως ἰσχυρίζονταν οἱ εἰκονομάχοι, ἀλλά ἡ τιμή πρός τίς Ἱερές Εἰκόνες, ὑπερβαίνει τήν ὕλη καί διαβαίνει στό τιμώμενο πρόσωπο. Αὐτό προσκυνεῖται καί τιμᾶται καί ὄχι τό ὑλικό στοιχεῖο, τό ὁποῖο ὅμως, χάρις στό εἰκονιζόμενο πρόσωπο, ἁγιάζεται καί συχνά θαυματουργεῖ.

Ἡ συνοδική καταδίκη της αἱρέσεως τῆς εἰκονομαχίας ἀπό τή χορεία τῶν ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, σήμανε τήν ὁλοκλήρωση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας  καί κατά συνέπεια τόν θρίαμβό της, τό θρίαμβο τῆς μόνης σῴζουσας ὀρθοδόξου πίστεως. Δέν βεβαίως τυχαῖο ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅρισαν νά τιμᾶται τήν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν αὐτός ὁ θρίαμβος, διότι ὁ πνευματικός ἀγῶνας μας δέ μπορεῖ νά εἶναι ξεκομμένος ἀπό τήν ὀρθή πίστη. Ἄλλωστε ἄσκηση καί «πνευματικό ἀγῶνα» ἔχουν καί ἄλλες θρησκευτικές πίστεις, οἱ ὁποῖες ὅμως στεροῦνται τή δυνατότητα τῆς σωτηρίας, διότι τούς λείπει ἡ ἀλήθεια.

Τήν ἁγία αὐτή ἡμέρα ὀφείλουμε νά στοχαστοῦμε καί νά κατανοήσουμε, ὡς συνειδητοί ὀρθόδοξοι χριστιανοί, τή μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία μας εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή καί σώζουσα πίστη. Ἡ Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Κι ἀκόμα: ὅτι ἀποκαλεῖται ὡς «ἐκκλησία», ἐκτός της Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι σχίσμα καί αἵρεση. Δέν ὑπάρχουν πολλές «ἐκκλησίες», παρά μία, ἡ Ὀρθοδοξία. Ἡ Ἐκκλησία δέν διαιρεῖται, ἀλλά παραμένει ἐσαεί ἀδιαίρετη.  Ὅπως ὁ Χριστός εἶναι ἕνας καί ἀδιαίρετος, κατά τή διαβεβαίωση τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Α΄ Κορ.1,10), ἔτσι καί τό σῶμα Του (Κολ.1,7.Ἐφ.5,23), ἡ Ἐκκλησία Του, εἶναι μία καί ἀδιαίρετη. Κατά συνέπεια, ὁ σύγχρονος ὅρος «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» δέν εἶναι ἁπλά ἀδόκιμος, ἀλλά ἀγγίζει τά ὅρια τῆς κακοδοξίας καί τῆς ὕβρεως, διότι ὑποδηλώνει τήν διάσπαση τοῦ κυριακοῦ σώματος, τήν ὕπαρξη πολλῶν «Ἐκκλησιῶν» καί τή ἀνάγκη «συγκολλήσεώς» τους. Ἡ Ὀρθοδοξία μας δέν ἀναγνωρίζει πολλές Ἐκκλησίες», ἀλλά χριστεπώνυμα μέλη, ὁμάδες καί κοινότητες, οἱ ὁποῖες ἀποκόπηκαν ἀπό τήν μία Ἐκκλησία καί ἀπό τίς ὁποῖες ζητᾶ καί ἀναμένει τήν ἐπιστροφή τους.   

Ζοῦμε σέ χρόνους χαλεπούς, σέ καιρούς ἐσχατολογικούς καί ἀποκαλυπτικούς, ὅπου ἡ πνευματική καί ἠθική ἀποστασία ἔχει φτάσει στά ἔσχατα ὅριά της. Κύρια ἔκφανση τῆς ἀποστασίας εἶναι ἡ πνευματική σύγχυση καί ὁ θρησκευτικός συγκρητισμός, τόν ὁποῖο ἐφεῦρε καί ἐπέβαλε ἡ σύγχρονη πνευματική πανώλη, ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Κύριο καί ὀλέθριο δόγμα του καί ἐπιδίωξή του εἶναι ἡ σχετικοποίηση τῆς σώζουσας χριστιανικῆς ἀλήθειας καί ὁ ὑποβιβασμός τῆς Ἐκκλησίας σέ κοσμικό θρησκευτικό μέγεθος, σέ ἕνα ἀπό τά πολλά θρησκεύματα τοῦ κόσμου. Κύρια ἐπιδίωξή του ἡ συνένωσή της μέ τίς αἱρετικές ψευδοεκκλησίες καί στή συνέχεια μέ τίς θρησκεῖες τοῦ κόσμου, γιά τή δημιουργία τῆς ἐφιαλτικῆς πανθρησκείας, τήν θρυλούμενη θρησκεία τοῦ μιαροῦ Ἀντιχρίστου. Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη, ἴσως ἡ χειρότερη καί πλέον ἐπικίνδυνη πρόκληση τῆς Ἐκκλησίας μας στό δισχιλιόχρονο διάβα τῆς ἱστορίας της.  Μία πρόκληση τήν ὁποία ὀφείλουμε ὡς συνειδητοί πιστοί νά τήν ἀντιμετωπίσουμε μέ τήν δέουσα ἀντίσταση καί τόν ὁμολογητικό ἡρωισμό. 

Ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ σαρκωμένος Θεός μας, ἦρθε στόν κόσμο νά σώσει τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν αἰχμαλωσία τοῦ διαβόλου, τό ζυγό τῆς ἁμαρτίας, τή φθορά καί τόν θάνατο καί νά ἀνασυνδέσει τόν ἄνθρωπο μέ τό Θεό. Νά τοῦ ξαναδώσει  τήν υἱοθεσία, κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο (Γαλ.4,4), τήν ὁποία εἶχε ἀπολέσει μέ τήν πτώση του. Τό ἐπί γῆς ἀπολυτρωτικό Του ἔργο συνεχίζεται στούς αἰῶνες μέσῳ τῆς ἁγίας Του Ἐκκλησίας. Μέσα σέ αὐτή, διά τῆς ὀρθῆς πίστεως, τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων καί τῶν ἄλλων ἁγιαστικῶν πράξεων, οἱ πιστοί ἑνωμένοι σέ ἕνα σῶμα, τό μυστικό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἁγιαζόμαστε καί σωζόμαστε. Δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος σωτηρίας, παρά ὁ δρόμος τῆς Ἐκκλησίας. Ἕνας μεγάλος Πατέρας τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Κυπριανός τόνισε πώς «ἐκτός της Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχει σωτηρία», ἐκφράζοντας τήν κορυφαία πίστη Τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι μόνο μέσα σέ Αὐτή ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά σωθεῖ. Εἶναι σοβαρό λάθος νά πιστεύει κάποιος πώς καί ἐκτός της Ἐκκλησίας, ἔστω ὡς καλός ἄνθρωπος, μπορεῖ νά σωθεῖ. Ἡ σωτηρία μας ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικά ἀπό τήν πραγματική συσσωμάτωση στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας, σῳζόμαστε ὡς ὀργανικά κύτταρα τοῦ Σώματος τοῦ Λυτρωτή μας, πού εἶναι ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία.

Ὅμως ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος μισεῖ θανάσιμα τόν ἄνθρωπο, τό κορυφαῖο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, δέ θέλει τή σωτηρία του. Ἐπειδή ἀκριβῶς γνωρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος σώζεται διά τῆς Ἐκκλησίας, θέλει νά τήν καταργήσει καί ἐπειδή δέ μπορεῖ νά Τήν καταργήσει, ἀποσπᾶ τά ἀνθρώπινα πρόσωπα ἀπό αὐτή. Ὁ τρόπος ἀπόσπασης εἶναι ἡ ἐτεροδιδασκαλία, δηλαδή ἡ αἵρεση, ἡ πίστη σέ ψεύτικες διδασκαλίες, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀντίθετες μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἄλλος τρόπος ἀπόσπασης εἶναι τό σχίσμα, δηλαδή ἡ ἀποκοπή ἀπό τήν Ἐκκλησία γιά ἄλλους λόγους, μή δογματικούς.

Ἀπό τόν 1ο μ.Χ. ἔχουμε τήν ἐμφάνιση τῶν πρώτων αἱρέσεων, ὅπως τῶν Δοκητῶν, τῶν Νικολαϊτῶν, τῶν Γνωστικῶν, τῶν Μαρκιωνιτῶν, τῶν Μοναρχιανῶν, τῶν Μοντανιστῶν,  τῶν Μανιχαίων, κ.ἄ. Τόν 4ο μ.Χ. αἰῶνα ἐμφανίστηκε ἡ φοβερή αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ, ἡ ὁποία συντάραξε τήν Ἐκκλησία. Ἀκολούθησαν οἱ αἱρέσεις τῶν πνευματομάχων, τῶν νεστοριανῶν, τῶν μονοφυσιτῶν, τῶν μονοθελητῶν, τῶν εἰκονομάχων, κλπ.

Ἐξαιτίας τῶν αἱρέσεων, ἡ Ἐκκλησία μας συγκάλεσε τίς ἅγιες Συνόδους (Τοπικές,  Οἰκουμενικές), νά ἀποφανθεῖ τό ἐκκλησιαστικό σῶμα, μέ ἀπόλυτα δημοκρατικές διαδικασίες, γιά τή διατύπωση τῶν δογμάτων Της, ἐπικαλούμενη τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Η Α΄ καί ἡ Β΄ Οἰκουμενικές Σύνοδοι συνέταξαν τό Ἱερό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τό γνωστό μας «Πιστεύω», ὡς σύνοψη τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Γιά νά εἶναι κανείς χριστιανός εἶναι ὑποχρεωμένος νά ὁμολογεῖ καί νά ἀπαγγέλλει συχνά τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Τό ἀπαγγέλλουμε ὅλοι οἱ πιστοί σέ κάθε Θεία Λειτουργία, ὡς ὁμολογία ὀρθῆς πίστεως, προκειμένου νά μεταλάβουμε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ὅποια πρόσωπα ἤ ὁμάδες δέν ὁμολογοῦν τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἤ τό παραχαράσσουν, δέ λογίζονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ἀποκόπτονται αὐτοδίκαια ἀπό Αὐτή, ἀφορίζονται, ἀπομακρύνονται ὡς «σάπια μέλη», προκειμένου νά μήν μολύνουν καί τά ὑγιῆ μέλη. Αὐτό σημαίνει πώς ἡ ἀλήθεια καί ἡ αὐθεντικότητα τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἀπόλυτα φιλτραρισμένες μέσα στή δισχιλιόχρονη πορεία Της. Τά πρόσωπα μποροῦν νά σφάλουν, ὄχι ὅμως ἡ Ἐκκλησία!

Ἡ μεγάλη ἀποτείχιση (ἀποκοπή) ἀπό τήν Ἐκκλησία ἔγινε τό 1054, ὅταν ὁ Πάπας τῆς Ρώμης, δηλαδή ὁ πατριάρχης τῆς Δύσεως, ἀπέκοψε τή δυτική Ἐκκλησία ἀπό τόν ἑνιαῖο καί ἀδιαίρετο κορμό τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας καί ἀποτέλεσε, ὡς τά σήμερα, τήν αἱρετική καί σχισματική παπική «ἐκκλησία», ἀκολουθώντας πάμπολλες κακοδοξίες (Φιλιόκβε, κτιστή χάρις, καθαρτήριο, ἀλάθητο καί πρωτεῖο τοῦ Πάπα, κλπ) καί ἀντορθόδοξες πρακτικές (Ἱερά Ἐξέταση, θρησκευτικοί πόλεμοι, συγχωροχάρτια, κρατική ὀντότητα, κλπ). Στή συνέχεια, τόν 16ο αἰῶνα ἡ αἱρετική καί σχισματική παπική «ἐκκλησία» διασπάστηκε καί ἀπό τή διάσπαση αὐτή προῆλθε ὁ Προτεσταντισμός, ὁ ὁποῖος προχώρησε σέ ἀκόμη μεγαλύτερες κακοδοξίες. Σέ ἐλάχιστο χρόνο ἄρχισε νά διασπᾶται καί ὁ Προτεσταντισμός σέ ἄλλες ὁμάδες, τίς ὁποῖες οἱ ἴδιοι ἀποκαλοῦν «ἐκκλησίες». Ὁ κατακερματισμός τοῦ Προτεσταντισμοῦ συνεχίζεται ὡς τίς μέρες μας, ὥστε σήμερα νά ἀριθμοῦνται περισσότερες ἀπό 3000 προτεσταντικές ὁμάδες- ὁμολογίες – «ἐκκλησίες», σφόδρα ἀντιτιθέμενες μεταξύ τους!

Ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, προκειμένου νά διαφυλάξει τούς πιστούς Της ἀπό τίς μυριάδες αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες αὐτοαποκαλοῦνται «Ἐκκλησίες», ὅρισε νά ὀνομάζεται Ὀρθόδοξη, πού σημαίνει τήν ὀρθῶς φρονοῦσα καί διδάσκουσα τίς σωτήριες διδασκαλίες τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὅπως τίς ὅρισε ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐκκλησιαστική αὐτοσυνειδησία, ὅπως τίς κατανόησαν οἱ ἅγιοι καί θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι μέ συλλογικές, δηλαδή συνοδικές ἀποφάσεις, διατύπωσαν τό δόγμα. Μετά τή μεγάλη ἀποτείχιση τοῦ Παπισμοῦ ἡ Ἐκκλησία μᾶς ὀνομάζεται Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία, προκειμένου νά μήν ὑπάρχει σύγχυση μέ τήν παπική «ἐκκλησία», ἡ ὁποία σφετερίζεται τήν ἀρχαία ὀνομασία τῆς Ἐκκλησίας «Καθολική».

Ἐμεῖς οἱ πιστοί της Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας πιστεύουμε καί ὁμολογοῦμε (πρέπει νά πιστεύουμε καί νά ὁμολογοῦμε) ὅτι ἀνήκουμε στήν ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὄχι αὐθαίρετα, ἀλλά βάσει στοιχείων, ἤτοι:

Ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστός δέν ἵδρυσε πολλές Ἐκκλησίες, ἀλλά μία, ὅπως ἕνα εἶναι καί τό θεανδρικό Τοῦ Πρόσωπο, ἕνα καί τό τίμιο Σῶμα Του, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τήν Ἐκκλησία Του, τῆς ὁποίας Αὐτός εἶναι ἡ κεφαλή καί μέλη Της οἱ πιστοί ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔγραψε στούς Κορινθίους πώς ὁ Χριστός δέν διαμοιράζεται (Α΄Κορ.1,13) καί ἄρα δέν διασπᾶται τό Σῶμα Του, δηλαδή ἡ Ἐκκλησία καί στούς Ἐφεσίους πώς καμιά κηλῖδα δέ μπορεῖ νά τήν σπιλώσει (Ἔφ.5,27). Ἡ Ἐκκλησία δέν σφάλει, διότι τά ἐνοικοῦν σέ Αὐτή Ἅγιο Πνεῦμα Τήν ὁδηγεῖ «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰωάν.16,13).  Ἐφ’ ὅσον λοιπόν ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία, πιστεύουμε καί ὁμολογοῦμε ὅτι αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία μας, διότι μόνον αὐτή παραμένει πιστή καί χωρίς τήν παραμικρή ἀλλοίωση, παραχάραξη ἤ προσθαφαίρεση, στήν ἀρχέγονη ἀποστολική πίστη.

Ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία μας δέν προῆλθε ἀπό καμία διάσπαση ὡς τά σήμερα, ἀλλά εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία πού ἵδρυσε ὁ Χριστός, πού θεμελίωσε τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού διέδωσαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί διατήρησαν οἱ ἅγιοι καί θεοφόροι Πατέρες ἀλώβητη καί ἀπαραχάρακτη τή διδασκαλία Της στό διάβα τῶν αἰώνων, χωρίς τήν παραμικρή προσθαφαίρεση. Ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας εἶναι ἡ πίστη τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων.

Μόνη Αὐτή ὁμολογεῖ τό Ἱερό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἀπαρέγκλιτα, χωρίς καμιά προσθαφαίρεση, ἤ παραποίηση, ὅπως τό διατύπωσαν οἱ δύο πρῶτες Οἰκουμενικές Σύνοδοι καί τό κατανόησαν οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Τόσο ὁ Παπισμός, ὅσο καί ὁ Προτεσταντισμός «ὁμολογοῦν» παραποιημένο τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, μέ τήν προσθήκη τῆς αἱρέσεως τοῦ Φιλιόκβε.

Ἡ Ὀρθοδοξία μας εἶναι ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, διότι οἱ Ἐπίσκοποί Της ἕλκουν ἀποδεδειγμένα τή διαδοχή ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους, μέ πραγματικούς καταλόγους, πού ἀνάγονται ἀδιάκοπα σ’ αὐτούς. Εἶναι γνωστό πώς οἱ ἐπίσκοποι ὑπόσχονται κατά τή χειροτονία τους νά εἶναι θεματοφύλακες τῆς γνήσιας διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῷ σέ περίπτωση παρέκκλισης ἀπό αὐτή καθίστανται ἔκπτωτοι. Ἔτσι ἡ ἱεροσύνη στήν Ἐκκλησία μας δέν εἶναι μόνον διαδοχή τῆς ἱερατικῆς χάριτος, ἀλλά καί διαδοχή γνησιότητας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀλήθειας.

 Κατόπιν αὐτοῦ ἐμεῖς οἱ πιστοί, τά συνειδητά μέλη τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, θά πρέπει νά ἔχουμε ὑπόψη μᾶς τά ἑξῆς σημαντικά:

Ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία μας, ἐνῷ ὅ,τι ὀνομάζεται «Ἐκκλησία» ἐκτός της Ὀρθοδοξίας μας εἶναι αἵρεση.

Ἡ σωτηρία μας ἐξαρτᾶται ἀπόλυτα ἀπό τή συνειδητή μας θέση στήν Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία καί τήν ἀποδοχή τῶν σωτήριων ἀληθειῶν Της. Ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει σωτηρία.

Οἱ αἱρετικοί δέν εἶναι ἐχθροί μας, ἀλλά πλανεμένοι ἀδελφοί μας. Ἔτσι δέν πρέπει νά τούς μισοῦμε, ἀλλά νά τούς ἀγαπᾶμε, νά τούς συμπονοῦμε, νά προσευχόμαστε γιά τήν ἐπιστροφή τους στήν Ἐκκλησία μας καί, ἐφόσον μποροῦμε, νά τούς νουθετοῦμε μέ πνεῦμα ἀγάπης. Οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶχαν ὡς ἀρχή τους: ἀγάπη πρός τόν αἱρετικό, ἀποστροφή πρός τήν αἵρεση. Ἡ ἀγάπη μας πρός τούς αἱρετικούς, καί ἡ ὅποια κατανόηση πρός αὐτούς, δέ θά πρέπει νά συνοδεύεται ἀπό τήν παραμικρή ἔκπτωση ἀπό τήν Ὀρθοδοξία μας.

Ἄν θέλουμε, λοιπόν, νά εἴμαστε συνειδητοί καί συνεπεῖς ὀρθόδοξοι χριστιανοί, πρέπει νά κλείσουμε ἑρμητικά τά αὐτιά μας στήν πλημμυρίδα τῶν σύγχρονων κακοδοξιῶν. Νά μήν πιστέψουμε στήν φοβερή δαιμονική πλάνη, ὅτι δῆθεν ὑπάρχει σωτηρία καί στίς αἱρέσεις, τίς ὁποῖες δέν ἀποκαλοῦν πιά, οἱ θιασῶτες τῆς λεγομένης Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ὡς ὄφειλαν, «αἱρετικές κοινότητες», ἀλλά «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες», πού σημαίνει (κατ’ αὐτούς) ὅτι αὐτές εἶναι «ἐκκλησίες», ὅπως ἡ Ὀρθοδοξία μας, μέ ἑτέρα (διαφορετική) δόξα (διδασκαλία), ὄχι ὑποχρεωτικά κακόδοξη. Τίς πλάνες τῶν αἱρετικῶν δέν τίς ἀποκαλοῦν πιά αἱρέσεις (ἡ λέξη αὐτή ἔχει ἀπαλειφτεῖ ἀπό τό λεξιλόγιό τους), ἀλλά «διαφορετική παράδοση»! Δυστυχῶς αὐτή ἡ λέξη καί ἔννοια ἀπαλείφτηκε καί ἀπό τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης τοῦ 2016, ἡ ὁποία ὄφειλε νά καταγνώσει καί νά καταδικάσει τήν πλειάδα τῶν συγχρόνων αἱρέσεων καί κακοδοξιῶν.

Αὐτή εἶναι ἡ πεμπτουσία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς χείριστης αἵρεσης ὅλων τῶν ἐποχῶν, τῆς παναιρέσεως, κατά τόν ἅγιο καί θεοφόρο Ἰουστίνο Πόποβιτς, τῆς τελευταίας, κατά τόν μακαριστό π. Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο, αἱρέσεως πρίν τό τέλος, ἡ ὁποία θά ἀποτελέσει τόν πρόδρομο τοῦ Ἀντιχρίστου.  Αὐτός προωθεῖ τόν λεγόμενο θρησκευτικό συγκρητισμό, δηλαδή τήν ἀνάμειξη τῆς ἀλήθειας μέ τό ψεῦδος, ὥστε αὐτή νά χαθεῖ στόν κυκεῶνα τῶν πλανῶν, στήν ἐφιαλτική πανθρησκεία, ἡ ὁποία προωθεῖται πυρετωδῶς ἀπό ἀφανῆ διεθνῆ κέντρα. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς παραγγέλλει, μέ τόν πλέον κατηγορηματικό καί δραματικό τρόπο:  «Μή γίνεσθε ἐτεροζυγοῦντες ἀπίστοις! Τίς γάρ μετοχή δικαιοσύνη καί ἀνομία; τίς δέ κοινωνία φωτί πρός σκότος; τίς δέ συμφώνησις Χριστῷ πρός Βελίαλ; ἤ τίς μερίς πιστῶ μετά ἀπίστου;» (Β΄Κορ.6,14-15). Γι’ αὐτή τήν σώζουσα ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μας καί τή μαρτυρία τους γιά τό Χριστό ἔχυσαν τό αἷμα τούς οἱ μυριάδες Μάρτυρες. Γιά τή διαφύλαξη αὐτῆς τῆς ἀμώμητης ἀλήθειας ἔδωσαν οἱ ἅγιοι καί θεοφόροι Πατέρες  τιτάνιους ὁμολογιακούς ἀγῶνες. Γι’ αὐτή τήν μοναδική πίστη, ἀγωνίστηκαν καί οἱ ἅγιοι Πατέρες κατά τῆς πλάνης τῆς εἰκονομαχίας, γιά νά μήν μεταλλαχτεῖ ἡ Ἐκκλησία μας σέ ἰουδαϊκή, ἤ ἰσλαμική θρησκεία. Γιά τοῦτο ὀφείλουμε καί ἐμεῖς οἱ σημερινοί πιστοί, νά ἀκολουθήσουμε τό παράδειγμά τους, νά ἔχουμε ὀρθή πίστη, νά τήν διατηρήσουμε ἀλώβητη καί νά τήν παραδώσουμε ἀκέραια, ὡς πολύτιμη παρακαταθήκη καί θησαυρό ἀδαπάνητο, στίς ἑπόμενες γενιές!  Μόνο ἔτσι θά ἔχουμε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας καί τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας, καθότι, σύμφωνα μέ τήν διαβεβαίωση τοῦ Χριστοῦ μας, «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων ὁμολογήσω κἀγῶ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ.10,32). Καί φυσικά ἡ ὁμολογία αὐτή συνίσταται ἀπό τό σύνολο τῶν ἀληθειῶν Του, οἱ ὁποῖες ἔχουν ἀπόλυτα σώζοντα χαρακτῆρα!

Ἔτη πολλά καί εὔδρομος ἡ ἀρξαμένη Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή!

 

Μετά πατρικῶν εὐχῶν

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Διαβάστε περισσότερα

Η Ι.Μ.Πειραιώς τίμησε την Αγία Η΄ Οικουμενική Σύνοδο στον Ι.Ν. Αγίου Διονυσίου Πειραιώς.

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

 

Η ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΤΙΜΗΣΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ Η΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ

ΕΙΣ ΤΟΝ  Ι. ΝΑΟ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

 Ἐν Πειραιεῖ τῇ 11 Φεβρουαρίου 2020

 

Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι δέν σταματᾶμε τήν ἀρίθμηση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων στήν Ζ΄ (7η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο τοῦ ἔτους 787 μ.Χ. κατά τῶν αἱρετικῶν καί χριστιανοκατηγόρων εἰκονομάχων, ἀλλά ἀριθμοῦμε ὡς Ἁγίες καί Οἰκουμενικές Συνόδους καί ἄλλες δύο Συνόδους : α) τήν ἐπί Μ. Φωτίου Σύνοδο τοῦ 879-880 μ.Χ., ἡ ὁποία εἶναι ἡ Η΄ (8η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος καί β) τήν ἐπί ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Σύνοδο τοῦ ἔτους 1351 μ.Χ., ἡ ὁποία εἶναι ἡ Θ΄ (9η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος τῶν ὁποίων τήν Οἰκουμενική περιωπή τῶν δύο αὐτῶν Συνόδων ἀνεγνώρισε ἀκόμη καί ἡ ἐν Κρήτῃ συνελθοῦσα «Σύνοδος».   

Ἡ ἐν τῆ ἁγία Σοφία Η΄ (8η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος συνεκλήθη στήν Κωνσταντινούπολη κατά τά ἔτη 879-880 μ.Χ. ἐπί βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος. Συμμετεῖχαν 383 ἅγιοι καί θεοφόροι Πατέρες ἀπό Ἀνατολή καί Δύση, πού ἐκπροσωποῦσαν τά πέντε Πρεσβυγενή Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως  Μέγας Φώτιος, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ πρόεδρος τῆς Συνόδου, ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ ὀρθοδόξου τότε πάπα Ρώμης Ἰωάννου Η΄, Πέτρος ὁ πρεσβύτερος, μαζί μέ τόν Παῦλο καί τόν Εὐγένιο, ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ πατριάρχου Ἱεροσολύμων Θεοδοσίου, Ἠλίας ὁ πρεσβύτερος, ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Μιχαήλ, Κοσμᾶς ὁ πρεσβύτερος, καί ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Θεοδοσίου, Βασίλειος Ἐπίσκοπος Μαρτυρουπόλεως.

Ἡ Σύνοδος συνεκλήθη, γιά νά παύσει τά σκάνδαλα, πού ἀκολούθησαν μεταξύ τῶν Ἀνατολικῶν καί τῶν Δυτικῶν, σχετικά μέ τήν Βουλγαρία καί γιά νά ἑνωθοῦν οἱ ἀποσχισθέντες Ἐπίσκοποι ἐξαιτίας τῆς ἀποπομπῆς τοῦ πρώην Κωνσταντινουπόλεως Ἰγνατίου καί τῆς χειροτονίας τοῦ Ἁγίου Φωτίου. Ἡ Σύνοδος, ἐπίσης, ἀνεκήρυξε ὡς Οἰκουμενική τήν Ζ΄ (7η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο[1].

Τά κύρια θέματα, πού συζητήθηκαν στή Σύνοδο ἦταν τά ἑξῆς πέντε : α) τό πρωτεῖο τοῦ πάπα Ρώμης, β) τά λειτουργήματα στήν Ἐκκλησία καί οἱ μεταξύ τους σχέσεις, γ) τά τοπικά ἔθιμα, δ) ἡ ἀθρόα χειροτονία καί ε) τό Filioque, δηλ. ἡ παράνομη καί αἱρετική προσθήκη τῆς καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τά Πρακτικά τῆς Συνόδου αὐτῆς δημοσιεύθηκαν ἀπό τόν Ἱερό Δοσίθεο Πατριάρχη Ἱεροσολύμων στό βιβλίο του «Τόμος Χαρᾶς»[2], πού ἐκδόθηκε στό Ρήμνιο τῆς Οὐγγροβλαχίας τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1705.

Ἡ Σύνοδος τῶν ἐτῶν 879-880 μ.Χ. ἔχει ὅλα τά χαρακτηριστικά τῆς  Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ὡς Η' (8η) Οἰκουμενική Σύνοδος. Διασώζει ὅλα τά ἐξωτερικά καί ἐσωτερικά στοιχεῖα τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἡ Σύνοδος αὐτή εἶναι καί λέγεται Οἰκουμενική, ἐπειδή α) συνεκλήθη ἀπό τόν αὐτοκράτορα Βασίλειο τόν Μακεδόνα, β) παρέστησαν σ’ αὐτήν οἱ ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν Πατριαρχείων, προήδρευσε ἡ μεγάλη πατερική φυσιογνωμία τοῦ Μεγάλου Φωτίου καί οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ ὀρθοδόξου τότε πάπα Ρώμης Ἰωάννου Η΄, γ) ἀσχολήθηκε μέ σοβαρά δογματικά, ἐκκλησιολογικά καί κανονικά θέματα, δ) οἱ ἀποφάσεις της ἀκολουθοῦν τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. εἶναι σύμφωνες μέ τήν ὅλη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ε) ὑπῆρξε συμφωνία ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν καί Ἀρχιερέων τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία φαίνεται ἀπό τίς ὑπογραφές τους στά διορισθέντα καί κανονισθέντα ἀπό τήν Σύνοδο, καί ἡ ὁποία συμφωνία εἶναι ὁ συστατικός χαρακτήρας, πού καθιστᾶ μία Σύνοδο Οἰκουμενική, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη[3], καί στ) ἡ Σύνοδος αὐτή χαρακτηρίσθηκε ὡς Οἰκουμενική ἀπό πολλούς ἁγίους Πατέρες καί διδασκάλους, ὅπως τόν Θεόδωρο Βαλσαμώνα, τόν Νεῖλο Θεσσαλονίκης, τόν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα, τόν Νεῖλο Ρόδου, τόν Μακάριο Ἀγκύρας, τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, τόν ἅγιο Μάρκο Ἐφέσου τόν Εὐγενικό, τόν ὅσιο Ἰωσήφ Βρυέννιο, τόν ἅγιο Γεννάδιο Σχολάριο, τόν ἱερό Δοσίθεο Ἱεροσολύμων, τόν Κωνσταντῖνο Οἰκονόμου κ.ἄ, ἀλλά καί ἀπό νεωτέρους, ὅπως τόν μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυρό Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἰερόθεο[4], τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως κ. Ἱερεμία[5], τόν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Ἀβύδου κ. Κύριλλο Κατερέλο[6], τόν αἰδεσιμολογιώτατο πρεσβύτερο π. Φίλιππο Ζυμάρη[7] κ.ἄ.

Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά τά πρακτικά τῆς Συνόδου αὐτῆς διαπιστώνει ὅτι ἡ ἴδια ἡ Σύνοδος ἔχει συνείδηση Οἰκουμενικῆς καί ἔτσι τήν τιτλοφοροῦν οἱ Βασιλεῖς, ὁ Μ. Φώτιος, οἱ λεγάτοι τοῦ τότε Ὀρθοδόξου πάπα Ρώμης καί τά μέλη Της. Ὁ ὅρος «Οἰκουμενική» ἀναφέρεται δεκάδες φορές στά πρακτικά. Ὅλα τά μέλη τῆς Συνόδου ἔχουν τήν συνείδηση ὅτι εἶναι συνέχεια τῆς Ζ' (7ης) Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τήν ὁποία καί ἐπικυρώνουν ὡς Οἰκουμενική. Ἄρα, τό γεγονός ὅτι ἡ Ζ' (7η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος ἐπικυρώθηκε ἀπό τήν Η΄(8η) Οἰκουμενική Σύνοδο, μεταξύ τῶν ἄλλων, δείχνει τήν σοβαρότητά της.

Μέ βάση τά παραπάνω δέν πρόκειται γιά κάποια πρωτοτυπία ἤ καινοτομία τό νά ἀποδεχθοῦμε, ὡς Ἱερά Μητρόπολη, ὡς Τοπική Ἐκκλησία, τήν ἐπί Μεγάλου Φωτίου Σύνοδο ὡς Οἰκουμενική καί νά τά τιμοῦμε ἐκκλησιαστικῶς.

Στό σημεῖο αὐτό κρίνεται ἀπαραίτητο νά γίνει μιά μικρή ἀναφορά σέ δύο ἀπό τά θέματα, πού ἀπασχόλησαν τήν Η΄ (8η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο γιά νά φανεῖ ἡ σπουδαιότητα τῆς Οἰκουμενικῆς Αὐτῆς Συνόδου. Τά θέματα αὐτά εἶναι Α) Τό πρωτεῖο τοῦ Ὀρθοδόξου Πάπα Ρώμης καί β) ἡ αἵρεση τοῦ Filioque

Α) Τό πρῶτο σημεῖο, πού ἀπασχόλησε τήν Η΄ (8η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο, σχετίζεται μέ τό πρωτεῖο τοῦ Ὀρθοδόξου πάπα Ρώμης. Ἡ συζήτηση, πού ἔγινε στή Σύνοδο μεταξύ τοῦ Μ. Φωτίου, τῶν ἀνατολικῶν ἐκπροσώπων, ἀλλά καί τῶν ἐκπροσώπων τοῦ τότε Ὀρθοδόξου πάπα Ρώμης Ἰωάννου Η΄, ἔδειξε ξεκάθαρα ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος πάπας Ρώμης ἔχει πρωτεῖο μέσα στήν Ἐκκλησία, ἀλλά μέ σαφῆ ἐκκλησιολογικά ὅρια, ὅπως αὐτά προσδιορίζονται ἀπό τόν 34ο Ἀποστολικό Κανόνα. Δηλ. εἶναι πρῶτος μόνο κατά τά πρεσβεῖα ἐντός καί ὄχι ὑπεράνω της Ἐκκλησίας. Κατά τήν θεώρηση αὐτή, κάθε Ἐπίσκοπος, πού δέν τηρεῖ τό πνεῦμα τοῦ Ἀποστολικοῦ Κανόνος, θέτει τόν ἑαυτό του ἐκτός Ἐκκλησίας καί καθαιρεῖται ἤ ἀφορίζεται. Οἱ πάπες Ρώμης δέν ἀποτελοῦν ἐξαίρεση.  

Ὁ Μέγας Φώτιος καί οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Συνόδου αὐτῆς ὑποστήριξαν τά πρεσβεῖα τιμῆς ὡς ἀναγκαία ἐκκλησιολογική ἀρχή γιά τήν διατήρηση τῆς ἑνότητας τῆς ἀνά τήν οἰκουμένη Ἐκκλησίας. Κατά τά πρεσβεῖα τιμῆς, ὅμως, ἡ διατήρηση αὐτή τῆς ἑνότητας σαφῶς δέν νοεῖται ὡς ἐπιβολή ἀπό ἕνα πρῶτο, ὁ ὁποῖος βρίσκεται ὑπεράνω της Ἐκκλησίας ὡς αὐθεντία. Ἡ θέση αὐτή σαφῶς ἐκφράζεται σέ ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Φωτίου, στήν ὁποία τονίζει τήν Ὀρθόδοξη ἑρμηνεία τοῦ Εὐαγγελικοῦ χωρίου «κἀγώ δέ σοί λέγω ὅτι σύ εἶ Πέτρος καί ἐπί ταύτην τήν πέτραν οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν...» Ματθ. ις΄ 18-19. Ἡ ἑρμηνεία αὐτή ὁδηγεῖ στήν καίρια ἐκκλησιολογική ἀρχή ὅτι ὁ κάθε ἐπίσκοπος εἶναι ἰσότιμος ὡς πρός τήν ἀρχιερωσύνη του. Ὁ Ὀρθόδοξος πάπας Ρώμης καί ὄχι ὁ σημερινός αἱρεσιάρχης ἔχει τό προνόμιο τῆς τιμῆς καί πρέπει νά τηρεῖ τούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτό τό προνόμιο πρέπει νά γίνεται μέσα στό πνεῦμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος πάπας Ρώμης δέν ἔχει ἁρμοδιότητες σέ ἄλλες ἐκκλησιαστικές περιφέρειες. Ὅταν ὁ πάπας Ρώμης δέν τηρεῖ τούς Ἱερούς Κανόνες καί θέτει τόν ἑαυτό του ὑπεράνω της Ἐκκλησίας, τότε μπορεῖ νά καθαιρεθεῖ, ὅπως συνέβη μέ τόν πάπα Νικόλαο Α', πού καθαιρέθηκε, γιατί ἀναμείχθηκε στήν Κωνσταντινούπολη καί τήν Βουλγαρία.

Εἶναι πολύ χαρακτηριστικός ὁ α΄ Ἱερός Κανόνας, πού συνέταξε ἡ Σύνοδος αὐτή κατά τήν πέμπτη πράξη της, ὁ ὁποῖος θεσπίζει τήν αὐτονομία κάθε ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως σέ θέματα τάξεως καί πειθαρχίας. Μέ τόν Ἱερό αὐτόν Κανόνα γίνεται ἀποδεκτό τό Συνοδικό Σύστημα διοικήσεως καί ἀποσαφηνίζεται ὅτι τό πρωτεῖο τοῦ Ὀρθοδόξου πάπα Ρώμης δέν εἶναι πρωτεῖο ἐξουσίας, ἀλλά πρωτεῖο τιμῆς, δηλ. ὁ Ὀρθόδοξος πάπας Ρώμης καί ὄχι ὁ σημερινός πού αὐτός καί οἱ προκάτοχοί του ἔχουν ἐκπέσει ἀπό τό ἔτος 1014 εἰς δεινές αἱρέσειςδέν εἶναι κεφαλή ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἶναι ἡ πηγή τῆς ἱερωσύνης κ.ἄ., καί κατά συνέπεια, δέν ἔχει ἁρμοδιότητα στίς ἄλλες ἐκκλησιαστικές διοικήσεις. Ὁ Ἱερός αὐτός Κανόνας ἔχει καίρια ἐκκλησιολογική σημασία καί ἀποτελεῖ ἐπανορθωτικό διάβημα κατά τῆς πυραμιδικῆς δυτικῆς «παγκόσμιας» ἐκκλησιολογίας, ἡ ὁποία ἐκφράσθηκε στή ληστρική Σύνοδο τοῦ 869-870, κατά τήν ὁποία ἡ μόνη ἀληθινή Τοπική Ἐκκλησία, μέ τήν ἔννοια τῆς καθολικότητας, εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἡ ὁποία ταυτίζεται μέ μία παγκόσμια Ἐκκλησία, καί ὁ μόνος οὐσιαστικός ἐπίσκοπος εἶναι ὁ πάπας Ρώμης.

Β) Τό δεύτερο σημεῖο, πού ἀπασχόλησε τήν Η΄ (8η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο, εἶναι τό θέμα τοῦ Filioque, πού εἰσήγαγαν οἱ Φράγκοι στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅτι δηλ. τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ὡς ὑπόσταση ἀπό τόν Πατέρα καί τόν Υἱό.

Τό πρῶτο καί κύριο αἴτιο τοῦ σχίσματος τοῦ 1054, δηλ. τῆς ἀπόσχισης καί ἀποκοπῆς τοῦ πρεσβυγενοῦς Πατριαρχείου τῆς Δύσεως, τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἦταν ἡ αἵρεση τοῦ Filioque. Τό Filioque εἶναι φοβερή αἵρεση, ἐπειδή α) εἶναι ἀντίθετο πρός τά ἀψευδέστατα λόγια του Ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, πού εἶπε ὅτι «τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται»[8]. Ἔχουμε δηλ. κατάφωρη ἀθέτηση τοῦ Ἰδίου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ. β) Εἶναι ἀντίθετο πρός τό Σύμβολο τῆς Πίστεως Νικαίας-Κων/λεως, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο «(πιστεύω) καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό Κύριον, τό Ζωοποιόν, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον». Ἔχουμε δηλ. ἀθέτηση καί τῶν δύο Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Α΄ καί τῆς Β΄. γ) Εἶναι ἀντίθετο πρός τόν 7ο Ἱερό Κανόνα τῆς Γ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει ὁποιαδήποτε πρόσθεση ἤ ἀφαίρεση στό Σύμβολο τῆς Πίστεως[9]. Ἔχουμε δηλ. ἀθέτηση καί τῆς Γ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου. δ) Καταστρέφει τίς σχέσεις μεταξύ τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος καί συγχέει τά ἀκοινώνητα ὑποστατικά ἰδιώματα τῶν τριῶν προσώπων. ε) Ὑποβιβάζει τό Ἅγιον Πνεῦμα στό ἐπίπεδο τοῦ κτίσματος, καί στ) εἰσάγει δυαρχία στήν Ἁγία Τριάδα. Ἐφόσον καί ὁ Υἱός εἶναι πηγή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄρα ἔχουμε δύο πηγές, δύο ἀρχές στήν Ἁγία Τριάδα, τόν Θεό Πατέρα καί τόν Υἱό. Βέβαια, πίσω ἀπό τήν αἵρεση τοῦ Filioque δέν κρύβεται τίποτε ἄλλο παρά ἡ ἄλλη φρικτή αἵρεση τοῦ πάπα Ρώμης, ἡ ὀφρύς, ἡ ἀλαζονεία, τό ἀλάθητο καί τό πρωτεῖο ἐξουσίας του, νά νομοθετεῖ μόνο αὐτός πάνω ἀπό τά παραδεδομένα ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως θεολογεῖ μέ ὀξύνοια ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς[10].

Ἡ συζήτηση γιά τό σοβαρό αὐτό ζήτημα ἔγινε κατά τήν ἕκτη συνεδρία καί ἀποφασίσθηκε νά ἀπαγορευθεῖ αὐτή ἡ κακοδοξία. Μέ πρόταση τοῦ παρισταμένου Αὐτοκράτορα Βασιλείου, ἡ Σύνοδος ἀποφάσισε νά καταδικάσει τό Filioque, δηλ. τήν εἰσαγωγή στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἀπό τούς Φράγκους τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, πού εἰσήγαγαν οἱ Φράγκοι καί στήν Βουλγαρία.

Τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἡ ἐπί Μ. Φωτίου Σύνοδος τοῦ 879-880 μ.Χ. εἶναι ὄντως ἡ Η΄ (8η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἔτσι ἔχει περάσει στήν ἀλάνθαστη συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Σήμερα, οἱ αἱρεσιάρχες πάπες Ρώμης δέν ἀριθμοῦν τήν Σύνοδο τοῦ 879-880 μ.Χ. ὡς τήν Η΄ (8η) Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀλλά στή θέση της ἀριθμοῦν τήν ληστρική σύνοδο τοῦ 869-870, ἡ ὁποία κατεδίκασε τόν Μ. Φώτιο, καθυβρίζοντες τόν Ἰσαπόστολο Ἅγιο ὡς δῆθεν «αἱρεσιάρχη».

 

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

 

[1] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 361-366.

[2] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Τόμος Χαρᾶς, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 1985, σσ. 257-386.

[3] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σ. 118.

[4] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ,  Περί τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐν Κων/λει ἐν ἔτει 879-880 μ.Χ. συγκληθείσης Συνόδου ὡς Ὀγδόης Οἰκουμενικῆς, μή ἀναγνωσθεῖσα Εἰσήγηση στήν Ι.Σ.Ι., Ὀκτωβρίου 2011.

[5] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΓΟΡΤΥΝΟΣ κ. ΙΕΡΕΜΙΑΣ, Περί τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐν Κων/λει ἐν ἔτει 1351 μ.Χ. συγκληθείσης Συνόδου ὡς Ἐνάτης Οἰκουμενικῆς, μή ἀναγνωσθεῖσα Εἰσήγηση στήν Ι.Σ.Ι., Ὀκτωβρίου 2011.

[6] ΘΕΟΦ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ, Ἡ Ρώμη καί τό Παπικό Πρωτείο ἐπί Πατριαρχείας Ἰγνατίου καί ἱ. Φωτίου (847-886), ἡ Η΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας (869-870)

[7] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΖΥΜΑΡΗΣ, Ἰστορική, δογματική καί κανονική σπουδαιότητα τῆς Συνόδου τῆς Κων/λεως (879-880), διδακτορική διατριβή.

[8] Éù. 15, 26.

[9] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 173-176.

[10] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Λόγος Α΄ ἀποδεικτικός περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 4, 32, ἐκδ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, ΕΠΕ 1, Θεσ/κη 1981, σ. 86.

Διαβάστε περισσότερα

Ποιμαντορική Εγκύκλιος Πρωτοχρονιάς 2020 Σεβ.Μητρ. Πειραιώς κ.Σεραφείμ.

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ

ΕΠΙ ΤΗι ΠΡΩΤΗι ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΤΟΥΣ 2020

ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΦΑΛΗΡΟΥ, ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ

Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΚΛΗΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΛΗΡΩΜΑ

ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ

* * * * * *

 

Ἀγαπητοὶ Χριστιανοί,

Τὸ Νέον Ἔτος ἦλθεν !

Τέκνα μου ἀγαπητά καί περιπόθητα,

«Πρωί, καί λιοπερίχυτη καί λιόκαλ’ εἶναι ἡ μέρα» λέγει ὁ Κωστής Παλαμᾶς.

Πάντοτε, ἀγαπητοί μου, ὁ ἄνθρωπος θαύμαζε καί ἑόρταζε τήν ἀρχή τῆς νέας ἡμέρας, τήν ἀνατολή τοῦ ἥλιου, τήν ἀρχή τοῦ νέου χρόνου, κάθε νέα ἀρχή. Διότι κάθε ἀρχή εἶναι μιά γέννηση καί ὅ,τι εἶναι νέο εἶναι ζωή.

Ζωή, καί ἡ ἀρχή καί δημιουργία τοῦ Ἀνθρώπου. Ὁ Θεός πού εἶναι ἡ Ἀρχή τῶν πάντων, δημιούργησε τόν ἄνθρωπο, ἔδωσε ἀρχή καί ζωή στό δημιούργημά του.

Δύο εἶναι τά σημαντικά σημεῖα, ὅπως μᾶς παραδίδουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά νά κατανοήσουμε αὐτή τήν ἀρχή τοῦ χρόνου καί τῆς δημιουργίας πού ξεκινᾶ ἀπό τόν Θεό.

Πρῶτο σημεῖο εἶναι ἡ «δηµιουργία ἐκ τοῦ μή ὄντος». Σύµπασα ἡ κτίση καί ὁ ἄνθρωπος ἀπέκτησαν ἔγχρονη ζωή καί ἦρθαν στήν ὕπαρξη ἀπό τήν ἀνυπαρξία. Αὐτή ἡ θεμελιώδης ἀρχή κάνει ξεκάθαρη τή διαφορά ἀνάμεσα στόν Θεό καί τόν Ἄνθρωπο. Ὁ Θεός εἶναι ὁ Δημιουργός ὁ ὁποῖος δέν ἔχει χρόνο, δέν ἔχει ἀρχή καί τέλος ἀλλά δημιουργεῖ τόν χρόνο καί τόν ἄνθρωπο. Καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό δημιούργημα πού ἀποκτᾶ χρόνο.

Τό δεύτερο σημεῖο εἶναι ὅτι ὁ Θεός «ὁ Ζῶν εἰς τόν αἰῶνα ἔκτισε τά πάντα κοινῇ» κατά τήν Σοφία Σειράχ, πού σημαίνει «Ὁ Θεός, πού ζεῖ αἰώνια, δημιούργησε ὅλα τά πράγματα ἀμέσως». Ὁ χρόνος λοιπόν καί ἡ ζωή ξεκίνησαν καί ἀπέκτησαν διάρκεια «ἀμέσως».

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης μιλάει γιά τή δημιουργία σάν μιά ἀκαριαία ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ὁποία δημιουργήθηκαν ἀπό τήν ἀρχή ὅλες οἱ καταβολές τῶν ὄντων. Καί ἔπειτα ἀρχίζει ἡ δυναμική ἐξέλιξη τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς.

Ὁ Ἅγιος πατήρ γιά νά μᾶς ἐξηγήσει αὐτή τή στιγμή τῆς Δημιουργίας ἀπό τόν Θεό χρησιμοποιεῖ μιά πολύ ὡραία φράση: ὁ Θεός ἔφτιαξε τόν κόσμο «ἐν ἀκαρεῖ»! Ἀκαριαῖα δημιούργησε τόν κόσμο. Ἡ ἀρχή τοῦ κόσμου ὅλου ἔγινε ξαφνικά καί ἀκαριαία. Ὅµως, ἀπό τή στιγµή πού ἡ κτίση ἀρχίζει νὰ ὑπάρχει, τότε ξεκινᾶ καί ἡ ροή τοῦ χρόνου. Καὶ ὅλη ἡ περαιτέρω ἐξέλιξη εἶναι μιά διαρκής κίνηση. Μιά κίνηση πού μαρτυρᾶ πώς ὅλη ἡ δημιουργία, ὅλα τά κτιστά ὄντα ὑπόκεινται στόν χρόνο.

Τά ὄρη, οἱ ὠκεανοί, τά δέντρα καί τά ζῶα, ὅλο τό φυσικό καί ζωϊκό βασίλειο, καί ἡ κορωνίδα τῆς δημιουργίας ὁ ἄνθρωπος εἶναι κτιστά δηµιουργήµατα. Ὅλα τά ὁρατά καί τά ἀόρατα εἶναι κτιστά δημιουργήματα. Ὁλόκληρη λοιπόν ἡ κτίση, ἔρχεται ἐξίσου ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη παρά τίς διαφορές πού µπορεῖ νά ὑπάρχουν μεταξύ τῶν ὄντων.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης μέ μεγάλη ἀκρίβεια κάνει μιά παρατήρηση καί διευκρίνιση ἐδῶ. Μᾶς λέει ὅτι ἐφόσον ὅλη ἡ κτίση ταυτόχρονα ἄρχισε νά ὑπάρχει – ὅπως εἴπαμε «ἐν ἀκαρεῖ» – ἀκαριαία ἑποµένως ἀπέκτησε χρόνο καί ὕλη. Ὁ χρόνος καί ἡ ὕλη εἶναι τά δύο χαρακτηριστικά στοιχεῖα τῆς αἰσθητῆς φύσεως πού ὅλοι βλέπουμε γύρω μας.

Ὅμως, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, γιά νά κατανοήσουμε τόν λόγο τῆς δημιουργίας καί τῆς σωτηρίας μας πρέπει νά καταλάβουμε πρῶτα ἕνα πολύ κεντρικό σημεῖο. Δέν εἶναι πρωτίστως ἡ ὕλη ποὺ μᾶς κάνει νά διαφέρουμε ἀπό τό Θεό ἀλλά ὁ χρόνος.

Ἡ προέλευσή μας ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη.

Δηλαδή ἡ ἀρχή μας στόν χρόνο.

Καί αὐτό διότι ὁ Θεός μέ τή βούλησή του καί ἐξαιτίας τῆς ἄπειρης Ἀγάπης του μᾶς ἔδωσε τή ζωή καί τόν χρόνο. Ἡ προέλευση τῶν πάντων «ἐκ τοῦ μή ὄντος» – ἀπό αὐτό πού δέν εἶναι ὄν, ζωντανό, δέν ὑπάρχει – ἔγινε ἀπό τόν Θεό διά τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.

Τά ὄντα δέν προέρχονται ἀπό τή θεία οὐσία, δὲν εἶναι καί δέν ἔχουν δηλαδή ἴδια φύση μέ τόν Θεό. Ἀλλά λαµβάνουν τήν ὕπαρξή τους «διά τῆς κτίσεως» ἀπό τόν Θεό. Αὐτή ἡ διάκριση κτιστοῦ ἀνθρώπου καί ἀκτίστου Θεοῦ θεωρεῖται ὡς πρωτεύουσα σέ ὁλόκληρη τήν πατερική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἀποτελεῖ τή βάση γιά τήν ὀρθή κατανόηση τῆς σχέσης ἀνθρώπου καί Θεοῦ.

 Γιατί ὅμως εἶναι τόσο πολύ σημαντικό τό ὅτι ὁ Θεός μᾶς δημιούργησε δίνοντάς μας τόν χρόνο;

Ὅλη ἡ ἐξέλιξη ἀλλά καί ἡ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου στηρίζεται ἀκριβῶς σέ αὐτή τήν προέλευση «ἐκ τοῦ μή ὄντος» εἰς τόν χρόνο. Ὅλα λοιπόν ξεκινοῦν ἀπό τόν χρόνο ἀλλά δέν τελειώνουν σ’ αὐτόν.

Ὁ χρόνος εἶναι ζωή. Μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά ζοῦμε. Γεννιόμαστε, ἀναπτυσσόμαστε, χαιρόμαστε, ἀγαπᾶμε, λυπόμαστε, γερνοῦμε, μέσα στόν προσωπικό μας χρόνο. Αὐτός εἶναι ὁ χρόνος τῆς ζωῆς.

Ὁ χρόνος εἶναι διάρκεια. Περπατοῦμε στόν δρόμο, συναντιόμαστε μέ δικά μας πρόσωπα, δουλεύουμε, προσευχόμαστε. Ὅλα διαρκοῦν καί ὅλα ἔχουν τόν χρόνο τους.

Ὁ χρόνος εἶναι ἕνα διάστημα. Ἕνα διάστημα πού μεσολαβεῖ ἀνάμεσα σέ μιά ἀρχή καί ἕνα τέλος. Ἡ ἡμέρα ἀρχίζει μέ τήν ἀνατολή καί τελειώνει μέ τή δύση, ἡ ἴδια ἡ βιολογική ζωή μας ἀρχίζει μέ τή γέννηση καί τελειώνει μέ τόν θάνατο.

Ὁ χρόνος ἔχει πάντοτε προοπτική κι ἔτσι ἡ ζωή μας ἔχει πάντοτε ἕναν σκοπό. Προσευχόμαστε μέσα στόν προσωπικό μας χρόνο γιά νά συναντήσουμε τόν Κύριο, γνωρίζουμε ἕναν ἄνθρωπο γιά νά τόν ἀγαπήσουμε, θρεφόμαστε γιά νά κρατήσει τό σῶμα μας στόν χρόνο.

Ὁ χρόνος λοιπόν εἶναι μιά διαρκής κίνηση, αὐτός μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά ἐξελισσόμαστε καί νά ἀναπτυσσόμαστε, νά μεταβαλλόμαστε καί νά ἀλλοιωνόμαστε συνεχῶς. Πρόκειται γιά μιά δηµιουργία ποὺ συνεχῶς ἐξελίσσεται καί δέν παραμένει ποτέ στατική. Δέν ἔχει στατικότητα ἀλλά ἔχει μιά δυναμικότητα ἡ δημιουργία, πού ἀφενός ὑποδηλώνεται ἀπό τή διαρκή κίνηση, καί ἀφετέρου ἔχει τήν καταβολή της σέ αὐτό τό πέρασµά της ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη.

Αὐτή ἡ ἐξελικτική πορεία εἶναι ἡ εὐκαιρία καί ὁ δρόμος πρός τή σωτηρία μας.

Νά λοιπόν γιατί ἐνῷ ὑπόκειται ὁ ἄνθρωπος στόν χρόνο τήν ἴδια στιγμή ἀνοίγεται ἐξαιτίας τοῦ χρόνου μπροστά του ἡ Σωτηρία του.

Ὁ Θεός ἔφερε τόν ἄνθρωπο στόν κόσμο καί στόν χρόνο καί μᾶς ἔδωσε τόν χρόνο γιά νά γυρίσουμε κοντά Του καί νά ὁμοιωθοῦμε μέ Ἐκεῖνον. Καί ἡ εὐκαιρία αὐτή δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τή Χάρη του. Ἐπειδή ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε κατ’ εἰκόνα Του, εἴμαστε φτιαγμένοι νά γίνουμε θεοί κατά χάρη, νά ὁμοιωθοῦμε μέ τόν Θεό καί νά κατοικήσει ὁ Θεός μέσα μας.

Ὁ χρόνος εἶναι ἡ δυνατότητα τῆς θεώσεώς μας. Βεβαίως πορευόμαστε τόν δύσκολο δρόμο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅμως τά πάντα στή ζωή μποροῦν νά μεταβληθοῦν «εἰς ζωήν αἰώνιον». Ὁ χρόνος εἶναι πραγματικός καί δημιουργικός μονάχα ὅταν, ταξιδεύοντας μέσα σέ αὐτόν, ὁ ἄνθρωπος προχωράει μέσα στήν ἕνωση τῆς δικῆς του ζωῆς μέ αὐτή τῶν ἄλλων καί μέ τήν ἄπειρη ζωή τοῦ Θεοῦ. Στήν αἰωνιότητα φτάνουμε μόνο περνώντας μέσα ἀπό τόν χρόνο ὡς ἕνα ἀληθινό ταξίδι – ὄχι προσπαθώντας νά ξεφύγουμε ἀπό αὐτόν. Καί περνᾶμε μέσα ἀπό αὐτό τό πραγματικό μεσοδιάστημα, μόνο στόν βαθμό πού ἑνώνουμε τούς ἑαυτούς μας ἐν ἀγάπῃ μέ τό Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Ὁ χρόνος τότε γίνεται γιορτή καί δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Γιορτάζουμε γιά τήν ἀρχή τῆς νέας ἡμέρας, τήν ἀνατολή τοῦ ἥλιου, τήν ἀρχή τοῦ νέου χρόνου, κάθε νέα ἀρχή. Διότι κάθε ἀρχή εἶναι μιά γέννηση καί ὅ,τι εἶναι νέο εἶναι ζωή.

Καί, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, ἐφιστώντας μας τήν προσοχή:

«Ὅταν λοιπὸν ἔχεις καθαρή τή συνείδηση, ἔχεις πάντα γιορτή· τρέφεσαι μέ καλές ἐλπίδες καί ἐντρυφᾶς στήν προσδοκία τῶν μελλόντων ἀγαθῶν· ὅπως, ὅταν δέν ἔχεις παρρησία κι ἔχεις πέσει σέ πολλά ἁμαρτήματα, ἀκόμη κι ἂν εἶναι μύριες γιορτές καί πανηγύρια δέν θά ‘σαι σέ καθόλου καλύτερη θέση ἀπό ἐκείνους πού πενθοῦν. Διότι, τί ὄφελος ἔχω ἐγώ ἀπό τή λαμπρή μέρα, ὅταν τήν ψυχή μου τή σκοτίζει ἡ συνείδηση; Ἃν λοιπόν θέλεις νά ‘χεις καί κάποιο κέρδος ἀπό τήν πρωτομηνιά, κάνε τό ἑξῆς. Ὅταν βλέπεις ὅτι συμπληρώθηκε ὁ χρόνος, εὐχαρίστησε τόν Κύριο, διότι σέ ἔβαλε σ’ αὐτή τήν περίοδο τῶν ἐτῶν. Θά σοῦ πάει καλά ὅλη ἡ χρονιά, … ἂν καί τήν πρώτη τοῦ μηνός καί κάθε μέρα κάνεις αὐτά πού ἀρέσουν στόν Θεό…. Δημιούργησε κατάνυξη στήν καρδιά σου, ξαναλογάριασε τόν χρόνο τῆς ζωῆς σου, πές στόν ἑαυτό σου: Οἱ μέρες τρέχουν καί περνοῦν, τά χρόνια συμπληρώνονται, πολύ μέρος τοῦ δρόμου προχωρήσαμε. Ἄραγε τί καλό κάναμε; Μήπως ἄραγε φύγουμε ἀπό δῶ ἄδειοι κι ἀπογυμνωμένοι ἀπό κάθε ἀρετή; Τό δικαστήριο εἶναι κοντά, ἡ ζωή μᾶς τρέχει πρός τό γῆρας».

Εὐχόμεθα ὁ χρόνος, ἡ νεότης καί τό γῆρας νά εἶναι γιά ὅλους ἡ εὐκαιρία νά δημιουργήσει αὐτό τό νέον ἔτος, ἀλλά καί κάθε νέον ἔτος, κάθε νέα ἡμέρα καί νέα στιγμή, ἀκαριαία, ἕνα νέο ἄνθρωπο, τόν Ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ.

Καλό καί εὐλογημένο νέον ἔτος!

Μετὰ πατρικῶν εὐχῶν!

Ο  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ  ΣΑΣ

 

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Διαβάστε περισσότερα

Στον ιστοτόπο αυτό...

 ... μπορείτε να ενημερώνεστε για θέματα τύπου σχετικά με την Ποιμαντική, Ιεραποστολική, Φιλανθρωπική, Νεανική και λοιπή δραστηριότητα της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.

Ο Διευθυντής  Ιδιαιτέρου Γραφείου Σεβασμιωτάτου, Γραφείου Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων

Δημήτριος Αλφιέρης  

Επικοινωνία

 Διεύθυνση

  • Ακτή Θεμιστοκλέους 190

  • ΤΚ 185-39

  • Πειραιάς

Τηλεφωνικό κέντρο

  • 2104514833

Email Επικοινωνίας

  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.