wrapper

Ανακοινωθέντα Σεβασμιωτάτου

Ανακοινωθέν Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ.Σεραφείμ με αφορμή την εξέλιξη του Ουκρανικού λεγομένου ζητήματος.

Μέ ἀφορμή τήν ἐξέλιξη τοῦ Οὐκρανικοῦ λεγομένου ζητήματος τίθεται ἀναποδράστως τό ἀνωτέρω ἐρώτημα πρός διερεύνησι καί διασάφησι διότι ἀποτελεῖ τήν «λυδία λίθο» κατανοήσεως τοῦ προβλήματος ὅπως τίθεται σήμερον. Ἀσφαλῶς τό Σεπτό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως κατά τό Κανονικό Δίκαιο τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἔχει κατά τούς θείους καί ἱεορύς κανόνας Γ΄ τῆς Β Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ΚΗ΄ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τά πρεσβεῖα τιμῆς μεταξύ τῶν Πατριαρχικῶν Θρόνων, μετά τόν Θρόνο τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης στήν Ἀδιαίρετη Ἐκκλησία. Μετά δέ τήν σχᾶσι καί ἔκπτωσι ἐξ Αὐτῆς τοῦ Θρόνου τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης τυγχάνει ὁ πρῶτος Θρόνος στήν Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία καί ἔχει τό κανονικό καί ἔννομο δικαίωμα τῆς τιμητικῆς προεδρίας τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης τῆς προεδρίας συγκληθησομένης Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί κατά ταῦτα τοῦ συντονισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὡς συμβαίνει μέ ὅλες τίς προεδρίες ἀνά τόν κόσμο διϊστορικῶς. Ἀπονέμει δέ αὐτοκεφαλία καί αὐτονομία σέ ἐκκλησιαστικές δομές, ὑπό τόν ὅρο τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἀποφάσεών Του, ἀπό τήν ὁποθενδήποτε συγκληθησομένη Οἰκουμενική Σύνοδο. Τά ἀνωτέρω βεβαίως ἰσχύουν ἐπειδή δέν κατορθώθηκε εἰσέτι ἡ συναπόφαση τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν γιά τήν ἀποδοχή διαδικασίας ἀπονομῆς τῆς αὐτοκεφαλίας καί τοῦ αὐτονόμου πού συζητεῖται ἐπί πενήντα ἔτη καί προβλέπει αἴτησι τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, συναίνεσι τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας καί ἔγκρισι τῶν λοιπῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Κατά ταῦτα τό Σεπτό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο δύναται νά χορηγήσει αὐτοκεφαλία σέ ἐκκλησιαστική δομή πού τό ζητεῖ καί πού πληροῖ τούς κανονικούς ὅρους, ἀλλά στήν συγκεκριμένη περίπτωση τῆς Οὐκρανίας ἐγείρεται τό θέμα ὅτι ἡ μόνη κανονική ἐκκλησιαστική δομή τῆς χώρας, πού μέ ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Διονυσίου Δ΄ ἀπό τό 1686 διοικεῖται ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας δέν ἐπιθυμεῖ καί δέν ἐπιδιώκει σήμερα τήν ἀνακήρυξη της σέ αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία. Τήν αὐτοκεφαλία τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπιδιώκουν ὁ δυτικόφιλος οὐνίτης Πρόεδρος τῆς χώρας Πέτρο Ποροσένκο, τό κοινοβούλιο τῆς χώρας καί δύο σχισματικές ἐκκλησιαστικές δομές, ἡ «Οὐκρανική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία-Πατριαρχεῖο Κιέβου», πού ἀποσπάστηκε τό 1992 ἀπό τό Ρωσσικό Πατριαρχεῖο μέ σκληρές ἐπιθέσεις καί ἀναθέματα κατά τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας μέ ἐπικεφαλής τόν καθηρημένο καί ἀναθεματισμένο πρώην Μητροπολίτη Κιέβου μοναχό Φιλάρετο (Ντενισένκο) καί ἡ «Οὐκρανική Αὐτοκέφαλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», πού δημιουργήθηκε τό 1921 ἀπό τίς Σοβιετικές Ἀρχές καί ἕνεκεν τῆς συμπράξεώς της μέ τούς Ναζί κατακτητές τῆς χώρας κατεδιώχθη καί συνέπτυξε «ἐκκλησία τῶν κατακομβῶν» καί μετά ταῦτα ἀνεβίωσε τό 1980 ἀπό τόν αὐτοπροσδιοριζόμενο ὡς «Πατριάρχη» Μστισλάβ πού ζοῦσε στή Δύση καί σήμερα διοικεῖται ἀπό τόν αὐτοπροσδιοριζόμενο ὡς «Μητροπολίτη Κιέβου καί πάσης Οὐκρανίας» Μακάριο Μαλέτιτς.

Τό Σεπτό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀπέστειλε δύο ἐξάρχους γιά τήν διερεύνηση τοῦ θέματος καί ἀπεφάσισε Συνοδικῶς νά χορηγήσει αὐτοκεφαλία στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας ἀπροσδιορίστως πρός τό παρόν καί βέβαια ὄχι στήν ἀναγνωριζομένη ὑπό πάντων καί ὑπό τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κανονική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ὑπό τόν Μητροπολίτη Ὀνούφριο πού κανονικῶς ἐξαρτᾶται ἀπό τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας πού δέν τό ἐπιθυμεῖ καί δεύτερον ἀπεκατέστησε στήν κανονική τάξη τίς δύο σχισματικές «Ἐκκλησιαστικές» δομές μέ τούς ἐπικεφαλής των, τῶν ὁποίων τήν κανονική κατάσταση οὐδεμία ὀρθόδοξη Ἐκκλησίας ἀνεγνώριζε. Εἰδικώτερα ὁ μοναχός Φιλάρετος Ντενισένκο, κληρικός τυγχάνων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ὡς Μητροπολίτης Κιέβου τό 1992 καθηρέθη ἐκ τοῦ ὑψηλοῦ τῆς Ἀρχιερωσύνης ὑπουργήματος καί μετά ταῦτα ἀνεθεματίσθη γιά τήν πρόκλησι σχίσματος ἀλλά καί γιά ἑτέρας ἀντικανονικάς αὐτοῦ ἐνεργείας, ὁ δέ ἕτερος οὐδεμία κανονική χειροτονία κέκτηται προερχόμενος ἐξ «Ἱεραρχίας» μιᾶς μορφῆς «ζώσης Ἐκκλησίας» τοῦ Σοβιετικοῦ Καθεστῶτος πού συνεστήθη τό 1921.

Τό κρίσιμο ἑπομένως θέμα πού τίθεται ἀπό κανονικῆς ἐπόψεως στό συγκεκριμένο ζήτημα εἶναι ἐάν ἡ ἀπόφασις τελείας συνόδου προεδρευομένης ὑπό Πατριάρχου ὡς εἶναι ἡ σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας εἶναι ἀνέκκλητος ἤ δύναται νά ἐκκληθῆ ἐνώπιον ἄλλης Πατριαρχικῆς συνόδου. Τό θέμα αὐτό ἀπησχόλησε τήν οἰκουμενική Ἐκκλησία μετά τήν σύνοδο τῆς Σαρδικῆς καί τούς κανόνες Γ΄, Δ΄ καί Ε΄. Πρῶτος ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης Ζώσιμος ἐπικαλούμενος τούς κανόνες τῆς Σαρδικῆς, ὡς κανόνες δῆθεν τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, διεξεδίκησε δικαιώματα ὑπάτου δικαστοῦ ἐπί τῶν ἐκκλησιῶν τῆς Β. Ἀφρικῆς καί ἀξίωσε τήν ἀποκατάσταση τοῦ καθαιρεθέντος ἀπό τόν ἐπίσκοπο Sicca Οὐρβανό πρεσβυτέρου Ἀπιαρίου. Οἱ ἀφρικανοί ἐπίσκοποι ἀπέκρουσαν διαρρήδην τό ὑπό τοῦ ἐπισκόπου τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης Ζωσίμου καί τοῦ διαδόχου του Βονιφατίου Κελεστίνου Α΄ ἀξιούμενο δικαίωμα ὑπάτου δικαστοῦ τῶν ἐκκλησιῶν τους τό 424. Προηγουμένως ἡ ἐν Καρθαγένῃ τοπική σύνοδος μέ τόν ΛΣΤ (31) κανόνα της (κατ’ ἀρίθμησιν «Πηδαλίου»), ὁ ὁποῖος ἐπαναλαμβάνεται ἀπαράλακτος καί μέ τόν ΡΛΔ (129) κανόνα τῆς ἰδίας συνόδου νομοθέτησε: «Ὁμοίως ἤρεσεν, ἵνα οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ διάκονοι καὶ οἱ λοιποὶ κατώτεροι κληρικοί, ἐν αἷς ἔχουσιν αἰτίαις, ἐὰν τὰ δικαστήρια μέμφωνται τῶν ἰδίων ἐπισκόπων, οἱ γείτονες ἐπίσκοποι ἀκροάσωνται αὐτῶν καί, μετὰ συναινέσεως τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, τὰ μεταξὺ αὐτῶν διαθῶσιν οἱ προσκαλούμενοι παρ’ αὐτῶν ἐπίσκοποι. Διό, εἰ καὶ περὶ αὐτῶν ἔκκλητον παρέχειν νομίσωσι, μὴ ἐκκαλέσωνται εἰς τὰ πέραν τῆς θαλάσσης δικαστήρια, ἀλλὰ πρὸς τοὺς πρωτεύοντας τῶν ἰδίων ἐπαρχιῶν, ὡς καὶ περὶ τῶν ἐπισκόπων πολλάκις ὥρισται. Οἱ δὲ πρὸς περαματικὰ δικαστήρια διεκκαλούμενοι, παρ᾽ οὐδενὸς ἐν τῇ Ἀφρικῇ δεχθῶσιν κοινωνίαν» καί τό σημαντικόν εἶναι ὅτι οἱ κανόνες τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου ἐπικυρώθησαν ὁρισμένως καί ὀνομαστικῶς ἀπό τόν Β΄ κανόνα τῆς ἁγίας Στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἁπλῶς δέ ἀπό τόν Α΄ τῆς Δ΄ καί τόν Α΄ τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἑπομένως ἡ ἀδιαίρετος Ἐκκλησία ἐδέχθη ὅτι τά ὑπό τοῦ Γ΄, Δ΄ καί Ε΄ κανόνων τῆς Σαρδικῆς, ὁριζόμενα ἀφοροῦσαν εἰδικό προνόμοιο πού ἀπενεμήθη στόν τότε Ὀρθόδοξο ἐπίσκοπο τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης διά τούς ὑπ’ αὐτόν ὑπαγομένους Ἐπισκόπους καί μόνον καί ὄχι περί ἀναθέσεως ὑπερτάτης ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας σέ αὐτόν. Σχετικά ὁ Ζωναρᾶς λέγει: «Οὔτε οὖν τῆς ἐν Νικαίᾳ συνόδου ἐστίν ὁ κανών, οὔτε πᾶσας τάς ἐκκλήτους ἀνατίθησι αὐτῷ ἀλλά τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ» (Σ.Γ.241), ὁ δέ Βαλσαμών ἀναφέρει: «εἰδικόν γάρ ἐστί τοῦτο εἰς τάς ἐκκλησιαστικάς ὑποθέσεις τοῦ Πάπα καί κρατεῖν ὀφείλει ἔνθα ἐξεφωνήθη» (Σ.Γ.239). Συνεπῶς ἡ ἀπαίτησις τοῦ τότε Ὀρθοδόξου ἐπισκόπου τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης γιά προνόμιο ὑπερτάτης ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας ἀπερρίφθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας διότι ἔγινε δεκτή ἡ κανονική διάταξι τῆς Συνόδου τῆς Καρχηδόνος διά τῆς Ἁγίας Στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅτι θά ἀφορίζονται οἱ κληρικοί ἑτέρου ἐκκλησιαστικοῦ κλίματος πού θά ἐκκαλοῦν ἐνώπιον τοῦ ἐπισκόπου τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης τάς ὑποθέσεις των.

Στήν Ὀρθόδοξο Καθολική Ἐκκλησία ἐπί τῇ βάσει τῶν Θ. καί Ἱ. Κανόνων Θ΄ καί ΙΖ΄ τῆς ἁγίας Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού διακελεύουν: «Εἰ δὲ πρὸς τὸν τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας μητροπολίτην, ἐπίσκοπος ἤ κληρικὸς ἀμφισβητοίη, καταλαμβανέτω τὸν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, ἢ τὸν τῆς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, καὶ ἐπ’ αὐτῷ δικαζέσθω», σέ προσβολή δι’ ἐκκλήτου δέν ὑπόκειται, δηλ. τυγχάνει ἀνέκκλητος ἐκδοθεῖσα καταδικαστική ἀπόφασις ὑπό τελείας Συνόδου, συνελθούσης κατ’ ὀρθήν ἐφαρμογή τοῦ ΚΗ΄ἀποστολικοῦ Κανόνος καί τοῦ Δ΄ κανόνος τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, ὅπως εἶναι ἡ ὑπό τήν προεδρία τοῦ Ἐξάρχου τῆς Διοικήσεως τελοῦσα Γενική Σύνοδος τῶν Μητροπολιτῶν ἤ ἡ ὑπό τήν Προεδρία τοῦ Πατριάρχου τελοῦσα Σύνοδος τοῦ οἰκείου Πατριαρχικοῦ κλίματος. Τόσον ὁ Θ΄ ὅσο καί ὁ ΙΖ΄ κανόνες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου θέτουν διαζευκτικό ἤ στήν ἴδια κανονική πρόβλεψη γιά τόν Ἔξαρχο τῆς Διοικήσεως καί τόν Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως καί παρέχουν δυνατότητα ἰσοτίμου προσφυγῆς καί ἑπομένως δέν ἀνιδρύουν οἱ κανόνες γιά τόν Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως ὑπερτάτη δικαστική ἁρμοδιότητα καί ἕτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Ἔξαρχο δέ τῆς Διοικήσεως θεωροῦν τόν Πρόεδρο τοῦ οἰκείου Πατριαρχικοῦ κλίματος. Ὁ Βαλσαμών ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Αἱ ψῆφοι τῶν Πατριαρχῶν ἐκκλήτῳ οὐχ ὑπόκεινται, Ν ΡΚΓ΄, κβ, Β.Γ.α.λη «ὁ μακαριώτατος πατριάρχης ἐκείνης τῆς διοικήσεως μεταξύ αὐτῶν ἀκροάσθω, κακεῖνα ὁριζέτω ἅτινα τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς κανόσι, καί τοῖς νόμοις συνάδει, οὐδενός μέρους κατά τῆς ψήφου αὐτοῦ ἀντιλέγειν δυναμένου», στήν δέ «Ἐπαναγωγή» ΙΑ΄,6(J.G.R. τ Β΄, 260) «Τό τοῦ Πατριάρχου κριτήριον ἐκκλήτῳ οὐχ ὑπόκειται, οὐδέ ἀναψηλαφᾶται ὑφ’ ἑτέρου, ὡς ἀρχή καί αὐτῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων», ὁ δέ Ἱερός καί Μέγας Φώτιος στά «Νομοκανονικά» του Θ, α΄ (Σ.Α. 169) γράφει: «οὔτε γάρ ἐκκαλοῦντο αἱ τῶν Πατριαρχῶν ψῆφοι». Κατά ταῦτα ἡ δικαστική κρίσις οἱασδήποτε Ἁγίας καί Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς Συνόδου πού ἀποτελεῖ κατά τό κανονικό μας δίκαιο τελεῖα Σύνοδο καί ἐκφέρεται μετά ἀπό ἐκδίκαση ποινικῆς ὑποθέσεως τυγχάνει ἀνέκκλητος δυναμένη μόνον νά ἐκκληθῆ ἐνώπιον Οἰκουμενικῆς Συνόδου (Π. Παναγιωτάκου «Σύστημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, Τό ποινικό Δίκαιο τῆς Ἐκκλησίας» σελ. 836 ἑπ., ΑΘΗΝΑΙ 1962).

Ὑπομνηματίζων ὁ θεοφώτιστος Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τόν Θ΄ Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στίς σελ. 192-193 «Πηδάλιο» ἐκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλ. 1998, «ἀπαντῶν» στόν ἐξωμότη καί ἐξουνιτισθέντα Βησσαρίωνα καί στούς ὅπως ἀναφέρει Παπιστές Βίνιον καί Βελαρμῖνον, ἀναφέρεται στό ζήτημα μέ ἐξαίρετη κανονική ἀνάλυση λέγοντας χαρακτηριστικά: «Ὅτι μέν γάρ ὁ Κωνσταντινουπόλεως οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ἐνεργεῖν εἰς τάς διοικήσεις καί ἐνορίας τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν, οὔτε εἰς αὐτόν ἐδόθη ἀπό τόν Κανόνα τοῦτον ἡ ἔκκλητος ἐν τῇ καθόλου Ἐκκλησίᾳ δῆλόν ἐστι ά. διατί ἐν τῇ δ΄. πράξει τῆς ἐν Χαλκηδόνι ταύτης Συνόδου ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἀνατόλιος ἐνεργήσας ὑπερόρια, καί λαβών τήν Τύρον ἀπό τόν Ἐπίσκοπόν της Φώτιον, καί δούς αὐτήν εἰς τόν Βηρυτοῦ Εὐσέβιον, καί καθελών καί ἀφορίσας τόν Φώτιον, ἐμέμφθη καί ἀπό τούς ἄρχοντας, καί ἀπό ὅλην τήν Σύνοδον διά τοῦτο. Καί ἀγκαλά ἐπροφασίσθη πολλά, μέ ὅλον τοῦτο ὅσα ἐκεῖ ἐνήργησεν, ἀκυρώθησαν ὑπό τῆς Συνόδου, καί ὁ Φώτιος ἐδικαιώθη, καί τάς ἐπισκοπάς τῆς Τύρου ἔλαβε. Διό καί ὁ Ἐφέσου Ἰσαάκ ἔλεγεν εἰς Μιχαήλ τόν πρῶτον τῶν Παλαιολόγων, ὅτι ὁ Κωνσταντινουπόλεως οὐκ ἐκτείνει τήν ἐξουσίαν αὐτοῦ ἐπί τά Πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς (κατά τόν Παχυμέρην βιβλ. στ'. κεφ. ά)· β'. ὅτι οἱ πολιτικοί καί βασιλικοί νόμοι δέν προσδιορίζουσιν ὅτι ἡ τοῦ Κωνσταντινουπόλεως μόνον κρίσις καί ἀπόφασις δέν δέχεται ἔκκλητον, ἀλλ΄ ἀορίστως ἑκάστου Πατριάρχου καί  τῶν Πατριαρχῶν πληθυντικῶς. Λέγει γάρ Ἰουστινιανός Νεαρά ρκγ΄, ὁ Πατριάρχης τῆς Διοικήσεως ἐκεῖνα ὁριζέτω, ἅτινα τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς Κανόσι καί τοῖς νόμοις συνάδει, οὐδενός μέρους κατά τῆς ψήφου αὐτοῦ ἀντιλέγειν δυναμένου. Καί ὁ σοφός Λέων ἐν τῷ ά. τίτλ. τῆς νομικῆς αὐτοῦ ἐπιτομῆς, λέγει, τό τοῦ Πατριάρχου κριτήριον ἐκκλήτῳ οὐχ ὑπόκειται, οὐδέ ἀναψηλαφᾶται ἀπό ἄλλον, ὡς ἀρχή ὅν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐξ αὐτοῦ γάρ πάντα τά κριτήρια, καί εἰς αὐτό ἀναλύει. Καί ὁ Ἰουστινιανός πάλιν βιβλ. γ. κεφ. β. τῆς συναγωγῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὁ ἁρμόδιος Πατριάρχης ἐξετάσει τήν ψῆφον, μή δεδιώς ἔκκλητον, καί βιβλ. ά. τιτλ. δ΄ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διαταγῆς, οὐκ ἐκκαλοῦνται αἱ τῶν Πατριαρχῶν ψῆφοι, καί πάλιν βιβλ. ά. τίτλ. δ'. κεφ. κθ΄ κατά τῶν ἀποφάσεων δέ τῶν Πατριαρχῶν, ἐνομοθετήθη ἀπό τούς πρό ἡμῶν Βασιλεῖς νά μή γίνεται ἔκκλητος. Λοιπόν ἀνίσως κατά τούς Βασιλεῖς τούτους, οἵτινες συμφωνοῦσι μέ τούς ἱερούς Κανόνας, αἱ ψῆφοι τῶν Πατριαρχῶν πάντων δέν δέχονται ἔκκλητον, ἤτοι δέν ἀναβιβάζονται εἰς ἄλλου Πατριάρχου κριτήριον, πῶς ὁ Κωνσταντινουπόλεως δύναται ταύτας νά ἀνακρίνη; καί ἄν ὁ παρών Κανών τῆς δ΄ ἀλλά καί ιζ΄ αὐτῆς, σκοπόν εἶχε νά ἔχῃ ὁ Κωνσταντινουπόλεως τήν ἔκκλητον τῶν λοιπῶν Πατριαρχῶν, πῶς οἱ Βασιλεῖς ἤθελαν θεσπίσουν ἐκ διαμέτρου ὅλον τό ἐναντίον, εἰς καιρόν ὅπου αὐτοί ἐγίνωσκον ὅτι οἱ μή συμφωνοῦντες τοῖς Κανόσι πολιτικοί νόμοι μένουσιν ἄκυροι; γ΄. ὅτι, ἄν δώσωμεν κατά τούς ἀνωτέρω Παπιστάς ὅτι ὁ Κωνσταντινουπόλεως κρίνει τούς Πατριάρχας, καί ἀνακρίνει τάς κρίσεις αὐτῶν, ἐπειδή ὁ Κανών δέν κάμνει ἐξαίρεσιν τίνος καί τίνος Πατριάρχου, ἄρα κρίνει ὁ αὐτός καί ἀνακρινεῖ καί τόν Ρώμης, καί οὕτως ἔσται ὁ Κωνσταντινουπόλεως καί πρῶτος καί ἔσχατος καί κοινός κριτής πάντων τῶν Πατριαρχῶν καί αὐτοῦ τοῦ Πάπα».

Συνεπῶς κανονικό δικαίωμα ἐπανεξετάσεως τῆς ὑποθέσεως τοῦ Μοναχοῦ Φιλαρέτου Ντενισένκο μετά τίς ἀποφάσεις τῆς τελείας Πατριαρχικῆς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἔχει μόνον ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος, ὅπως ἄλλωστε ὁ Σεπτός Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 1203/29.8.1999 Πατριαρχικόν Του Γράμμα πρός τόν Μακαριστόν Πατριάρχην Μόσχας κυρόν Ἀλέξιον ἀποδέχεται γράφων: «Εἰς ἀπάντησιν πρός σχετικό τηλεγράφημα καί γράμμα τῆς Ὑμετέρας λίαν ἀγαπητῆς καί περισπουδάστου Μακαριότητος, ἐπί τοῦ ἀνακύψαντος προβλήματος ἐν τῇ καθ’Ὑμᾶς ἀδελφῇ Ἁγιωτάτῃ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ρωσσίας, ὅπερ πρόβλημα ὡδήγησε τήν Ἱεράν Σύνοδον αὐτῆς ὅπως προβῇ, δι’οὕς οἷδεν αὕτη λόγους, εἰς τήν καθαίρεσιν τοῦ ἄχρι πρότινος ἐκ τῶν τά πρῶτα φερόντων Συνοδικοῦ μέλους αὐτῆς Μητροπολίτου Κιέβου κυρίου Φιλαρέτου, ἐπιθυμοῦμεν ἵνα γνωρίσωμεν τῇ Ὑμετέρᾳ Ἀγάπῃ ἀδελφικῶς ὅτι ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζουσα εἰς τό ἀκέραιον τήν ἐπί τοῦ θέματος ἀποκλειστικήν ἀρμοδιότητα τῆς ὑφ’ Ὑμᾶς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας ἀποδέχεται τά Συνοδικῶς ἀποφασισθέντα περί τοῦ ἐν λόγῳ, μή ἐπιθυμοῦσα τό παράπαν ἵνα παρέξῃ οἱανδήτινα δυσχέρειαν εἰς τήν καθ’ Ὑμᾶς ἀδελφήν Ἐκκλησίαν».

 

+ ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

 
Διαβάστε περισσότερα

Λόγοι Ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ του οργανισμού του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.

 Ανακοινωθέν του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ.Σεραφείμ. 

 

Καταθέσαμε ἐμπροθέσμως ἐνώπιον τοῦ ΣτΕ αἴτησι ἀκυρώσεως τοῦ ΠΔ 18/2018 Ὀργανισμός Ὑπουργείου Παιδείας, Ἔρευνας καί Θρησκευμάτων (ΦΕΚ τ.Α΄ 31/23.2.2018) διά τούς κάτωθι νομίμους λόγους:

Α. Ἱστορικό

Ὁ καθ’ οὗ κ. Ὑπουργός, διὰ τοῦ προσβαλλομένου προεδρικοῦ διατάγματος προέβη εἰς ρύθμισιν τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, Ἔρευνας καὶ Θρησκευμάτων.

 Συγκεκριμένως εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ προσβαλλομένου διατάγματος ἐρρυθμίσθη ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἐν λόγω Ὑπουργείου ὁρισθέντος ὅτι: «Ἀποστολὴ τοῦ ὑπουργείου παιδείας, ἔρευνας καὶ θρησκευμάτων (ἐφ’ ἑξῆς ὑπουργεῖο) εἶναι ἡ ἀνάπτυξη καὶ ἡ συνεχὴς ἀναβάθμιση τῆς παιδείας μὲ σκοπό: α΄) τὴν ἠθική, τὴν πνευματικὴ καὶ τὴ φυσικὴ ἀγωγὴ τῶν Ἑλλήνων, β΄) τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς συνείδησης, γ΄) τὴν προστασία τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης καὶ τῆς λατρείας καὶ τὴν ἐποπτεία τῶν λειτουργῶν ὅλων τῶν γνωστῶν θρησκειῶν, δ΄) τὴν καλλιέργεια τοῦ σεβασμοῦ στὴν ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ τῆς ἔκφρασης, ε΄) τὴν ἀνοχὴ στὴ διαφορετικότητα, στ΄) τὴ διαπαιδαγώγηση μὲ βάση τὶς ἀρχὲς τῆς δημοκρατίας, τῆς ἰσότητας, τῆς ἀλληλεγγύης, τῆς ἀπαγόρευσης τῶν διακρίσεων, τῆς διαφάνειας καὶ τῆς ἀξιοκρατίας, ζ΄) τὸν σεβασμὸ στὸ περιβάλλον, φυσικὸ καὶ πολιτιστικό, καὶ τὴν ἐμπέδωση τῆς ἀρχῆς τῆς ἀειφορίας, η΄) τὴ διαμόρφωση ἐλεύθερων, ἐνεργῶν καὶ κριτικὰ σκεπτόμενων πολιτῶν, θ) τὴν ἀνάπτυξη καὶ τὴν προαγωγὴ τῆς ἐπιστήμης, τῆς ἔρευνας, τῆς καινοτομίας, τῆς τεχνολογίας, τῆς κοινωνίας τῆς πληροφορίας, ι) τὴ μέριμνα γιὰ τὴν ποιοτικὴ ἀναβάθμιση τῆς ἐκπαίδευσης τῆς νέας γενιᾶς καὶ τῆς διὰ βίου μάθησης».

 Συνάμα διὰ τοῦ ἄρθρου 86 τοῦ προσβαλλομένου διατάγματος κατηργήθη τὸ «Π.Δ. 114/2014 (Α΄ 181) καὶ κάθε διάταξη, ἡ ὁποία ρυθμίζει κατὰ διαφορετικὸ τρόπο θέματα ποὺ περιλαμβάνονται στὶς διατάξεις του».

 Τοιουτοτρόπως διὰ τῆς ἐν λόγω διατάξεως τοῦ προσβαλλομένου διατάγματος καὶ κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Νόμου κατηργήθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 παράγραφος α΄ τοῦ προρρηθέντος Π.Δ. 114/2014 (ΦΕΚ τ.Α΄ 181), καθ’ ἥν, μεταξὺ τῶν σκοπῶν του ὡς ἄνω ὑπουργείου περιελαμβάνετο «α) ἡ προαγωγὴ τῆς παιδείας μὲ σκοπὸ τὴν ἠθική, πνευματική, ἐπαγγελματικὴ καὶ φυσικὴ ἀγωγὴ τῶν Ἑλλήνων, τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς συνείδησης καὶ τὴ διάπλασή τους σὲ ἐλεύθερους καὶ ὑπεύθυνους πολίτες», εἰς τρόπον δηλαδή, ὥστε δυνάμει τοῦ προσβαλλομένου προεδρικοῦ διατάγματος δὲν συνιστᾶ πλέον σκοπὸν τοῦ ὑπουργείου παιδείας, ἐρεύνης καὶ θρησκευμάτων ἡ ἀνάπτυξις τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν Ἑλληνοπαίδων, τῶν φοιτούντων ἐν τοῖς ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ καθ’ οὗ τελούσιν διδακτηρίοις.

 

ΛΟΓΟΙ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ:

ΠΑΡΑΒΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ: ΑΡΘΡΩΝ 13 (παρ. 1) καὶ 16 (παρ. 2) Σ., 1 (παρ. 1, 2 καὶ 3) Ν. 1566/1985, 9 ΕΣΔΑ καὶ 2 τοῦ Α΄ προσθέτου πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ/ Ν. 2329/1953 καὶ ν.δ. 53/1974.

 Τὸ προσβαλλόμενον διάταγμα περιλαμβάνον τὰς ἀναλυτικῶς προαναφερομένας ρυθμίσεις παραβιάζει τὰς ἐν θέματι διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Νόμου καὶ πρέπει νομίμως νὰ ἀκυρωθῆ.

 Εἰδικώτερον κατὰ τὴν παράγραφον 1 τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ Συντάγματος ὁρίζεται ὅτι: «1. Ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπαραβίαστος. Ἡ ἀπόλαυσις τῶν ἀτομικῶν καὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν θρησκευτικῶν ἑκάστου πεποιθήσεων».

 Ἐπίσης κατὰ τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Συντάγματος: «2. Ἡ παιδεία ἀποτελεῖ βασικὴν ἀποστολὴν τοῦ Κράτους, ἔχει δὲ ὡς σκοπὸν τὴν ἠθικήν, πνευματικήν, ἐπαγγελματικὴν καὶ φυσικὴν ἀγωγὴν τῶν Ἑλλήνων, τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς συνειδήσεως καὶ τὴν διάπλασιν αὐτῶν ὡς ἐλευθέρων καὶ ὑπευθύνων πολιτῶν».

 Ἀκόμη ἡ Σύμβασις τῆς Ρώμης περὶ προασπίσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν θεμελιωδῶν ἐλευθεριῶν, κυρωθεῖσα τὸ πρῶτον διὰ τοῦ Ν. 2329/1953 (ΦΕΚ 68 τ.Α΄) καὶ ἐκ νέου διὰ τοῦ ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ 256 τ. Α΄) ἔχουσα κατ’ ἄρθρον 28 πάρ. 1 Σ. ηὐξημένην τυπικὴν ἰσχὺν διὰ τοῦ ἄρθρου 9 κατοχυροῖ τὸ ἀνθρώπινον δικαίωμα τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, ἐνῶ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της, ὁρίζει εἰδικώτερον ὅτι «οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῆ τοῦ δικαιώματος ὅπως ἐκπαιδευθῆ. Πᾶν κράτος ἐν τὴ ἀσκήσει τῶν ἀναλαμβανομένων ὑπ’ αὐτοῦ καθηκόντων ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μορφώσεως καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως θὰ σέβεται τὸ δικαίωμα τῶν γονέων ὅπως ἐξασφαλίζωσιν τὴν μόρφωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως πρὸς τὰς ἰδίας των θρησκευτικάς καὶ φιλοσοφικάς πεποιθήσεις».

 Εἰδικῶς ἡ συγκεκριμένη διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ τ.Α΄ προσθέτου πρωτοκόλλου τῆς ΕΣΔΑ ἐπιβάλλει εἰς τὸ κράτος καὶ μάλιστα διὰ τῆς ἐπὶ τούτου ἁρμοδίας καθ’ ὕλην ὑπηρεσίας, οἷον ἐν προκειμένω τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας, Ἐρεύνης καὶ Θρησκευμάτων, τὸν σεβασμὸν τοῦ δικαιώματος τῶν γονέων, ὅπως ἐξασφαλίζωσιν εἰς τὰ τέκνα των καὶ μαθητάς φοιτοῦντας ἐν τοῖς ἐποπτευομένοις ὑπὸ τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ὑπουργείου παιδείας διδακτηρίοις, τὴν παροχὴν θρησκευτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ δὴ συμφώνου πρὸς τὰς ἰδίας αὐτῶν (τῶν γονέων) θρησκευτικάς πεποιθήσεις, περίπτωσις, ἡ ὁποία συντρέχει καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν γονέων προσώπων φοιτούντων εἰς ἅπαντα τὰ ἐν τὴ χώρα λειτουργοῦντα Δημοτικὰ σχολεῖα, Γυμνάσια καὶ Λύκεια.

 Ἐπειδὴ ἐξ ἄλλου ἐκ τῶν ἀνωτέρω διατάξεων ἑρμηνευομένων ἐν συνδυασμῶ μεταξὺ τῶν ἐν ὄψει τοῦ πασιδήλου γεγονότος ὅτι ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ πρεσβεύει τὴν Ὀρθόδοξον Χριστιανικὴν Πίστιν (ὉλΣτΕ 660/2018, ΣτΕ 3533/1985, ΝοΒ 1995 – 925 ἔπ.) ὡς τοῦτο μαρτυρεῖται ἄλλωστε καὶ ἀπὸ τὴν ἐπικεφαλίδα τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τῆς ἐπικλήσεως τῆς Ἁγίας Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος καὶ ἐν συνδυασμῶ πρὸς τὸ ἄρθρον 3 Σ., μὲ τὸ ὁποῖον ἡ Ὀρθοδοξία χαρακτηρίζεται ὡς ἡ Ἐπικρατοῦσα ἐν Ἑλλάδι Θρησκεία, συνάγεται ὅτι θεμελιώδης σκοπὸς τῆς εἰς τὰ σχολεῖα παρεχομένης παιδείας εἶναι, μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλληνοπαίδων ἀποκλειστικῶς συμφώνως πρὸς τὰ δόγματα, τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἱεράς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Πίστεως καὶ διδασκαλίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπουν οἱ γονεῖς των ἀντλοῦντες ἀπὸ τὸ ὡς ἄνω ἄρθρον 13 τοῦ Συντάγματος τὸ καὶ διεθνῶς (κατὰ τὰς προειρημένας διατάξεις τῆς ΕΣΔΑ) κατωχυρωμένον δικαίωμα νὰ ἑξασφαλίζωσιν τὴν ἐκ μέρους τοῦ κράτους παροχὴν τῆς θρησκευτικῆς παιδείας καὶ ἀγωγῆς εἰς τὰ σχολεῖα διὰ μέσου της ἐποπτευούσης αὐτὰ ἁρμοδίας κρατικῆς ἀρχῆς, τοῦ ὑπουργείου παιδείας.

 Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην καὶ προκειμένου νὰ τύχη ἐφαρμογῆς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 16 πάρ. 2 τοῦ Συντάγματος, δηλαδὴ προκειμένου  νὰ ἀναπτυχθῆ ἡ θρησκευτικὴ συνείδησις τῶν μαθητῶν συμφώνως τῇ διδασκαλίᾳ τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Πίστεως, τὸ κράτος καὶ δὴ τὸ ὑπουργεῖον παιδείας, ἐρεύνης καὶ θρησκευμάτων ὀφείλει νὰ ἐξακολουθήση νὰ δρᾶ ἐπὶ τῷ συγκεκριμένω ἀκριβῶς σκοπῶ, ἤτοι τῆς ἀναπτύξεως τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλληνοπαίδων, διὰ μέσου τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, ὥστε τοῦτο νὰ διδάσκηται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπὶ ἱκανὸν ἀριθμὸν ὡρῶν ἑβδομαδιαίως καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπὶ τῇ βάσει ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τῶν ἀρχῶν, τῶν δογμάτων, τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν Ἱερῶν Παραδόσεων τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐπὶ τῇ βάσει ἀναλόγων προγραμμάτων σπουδῶν καὶ ὀργανογράμματος τοῦ ἐν λόγω μαθήματος, διὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν ὁποίων ἀποκλειστικῶς ἁρμόδιον τυγχάνει τὸ ὑπουργεῖον τοῦ καθ’ οὗ ἐν συνδυασμῷ μέ τάς διατάξεις τοῦ ἄρθρ. 2 τοῦ Ν. 590/1977 (ΦΕΚ τ.Α 146), διότι μόνον οὕτω δύναται νὰ διασφαλίζηται ἡ ἐπίτευξις τῆς ὡς ἄνω συνταγματικῆς ἀποστολῆς τῆς παιδείας, συνισταμένης εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλληνοπαίδων. Ὀφείλει δ’ ὡσαύτως ὁ ὑπουργὸς παιδείας, ὡς ἀποκλειστικὸς καθ’ ὕλην ἁρμόδιος λειτουργὸς ἐν τῇ κυβερνητικῇ λειτουργίᾳ, νὰ ἐξακολουθήση νὰ ἀποσκοπῆ κατὰ τὸν προορισμὸν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ ὑπουργείου εἰς τὸ νὰ ἐπιτυγχάνωσιν οἱ μαθηταὶ διὰ μέσου τῆς εἰς τὰ σχολεῖα παρεχομένης διαδικασίας ἐκπαιδεύσεως των τὴν ἀνάπτυξιν τῆς θρησκευτικῆς των συνειδήσεως, κατὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καὶ νὰ ἱκανοποιῆται οὕτω τὸ δικαίωμα τῶν γονέων των, διὰ παροχὴν εἰς τὰ τέκνα των καὶ μαθητάς θρησκευτικῆς ἐκπαιδεύσεως συμφώνου πρὸς τὰς ἰδικάς των θρησκευτικάς πεποιθήσεις (ὉλΣτΕ 660/2018, ΣτΕ 3356/1995 ΝοΒ 1995 – 925 ἕπ.).

 Μὲ τέτοιο ἀκριβῶς περιεχόμενον ἀντελήφθη ἐξ ἄλλου τὴν ἔννοιαν τῶν ἀνωτέρω διατάξεων καὶ ὁ κοινὸς νομοθέτης, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦτο ὥρισε μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1 Ν. 1566/ 1985 ὑπὸ τὸν τίτλον «Δομὴ καὶ λειτουργία τῆς πρωτοβάθμιας καὶ δευτεροβάθμιας ἐκπαιδεύσεως» (ΦΕΚ τ.Α΄ 167) ὅτι «Σκοπὸς τῆς πρωτοβάθμιας καὶ δευτεροβάθμιας ἐκπαιδεύσεως εἶναι νὰ συμβάλει στὴν ὁλόπλευρη, ἁρμονικὴ καὶ ἰσόρροπη ἀνάπτυξη τῶν διανοητικῶν καὶ ψυχοσωματικῶν δυνάμεων τῶν μαθητῶν, ὥστε ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ φῦλο καὶ τὴν καταγωγὴ νὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἐξελιχθοῦν σὲ ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες καὶ νὰ ζήσουν δημιουργικά. Εἰδικώτερα ὑποβοηθεῖ τοὺς μαθητές: α΄) Νὰ γίνονται ἐλεύθεροι, ὑπεύθυνοι, δημοκρατικοὶ πολίτες, νὰ ὑπερασπίζονται τὴν ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία, τὴν ἐδαφικὴ ἀκεραιότητα τῆς Χώρας καὶ τὴν δημοκρατία, νὰ ἐμπνέονται ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο, τὴν ζωή, τὴν φύση καὶ νὰ διακατέχονται ἀπὸ πίστη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὰ γνήσια στοιχεῖα τῆς Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς παράδοσης. Ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς τους συνείδησης εἶναι ἀπαραβίαστη». Μὲ τὸ ἄρθρο δὲ 6 παρ. 2 ὥρισε ὅτι ἡ ἐκπαίδευση στὸ Λύκειο «ἰδιαίτερα βοηθεῖ τοὺς μαθητὲς α΄) (…), β΄) Νὰ συνειδητοποιοῦν τὴν βαθύτερη σημασία τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ ἤθους (…).»

 Συνεπῶς ἡ ρητὴ κατάργησις καὶ ἀπαλοιφὴ διὰ τοῦ προσβαλλομένου διατάγματος ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τοῦ ὑπουργείου παιδείας τοῦ συνταγματικοῦ σκοποῦ τῆς ἀναπτύξεως τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν μαθητῶν προσκρούει ἀμέσως πρὸς τὰς ἐν λόγω διατάξεις τοῦ Νόμου, ἅτε μηδόλως δυναμένων νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐὰν τὸ καθ’ ὕλην ἁρμόδιον ἐπὶ τῆς παιδείας ὑπουργεῖον παύση νὰ ἐπιδιώκη τὸν συγκεκριμένον σκοπόν.

 Ἐξ ἄλλου ὁ νομοθέτης διὰ τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ αὐτοῦ ὡς ἄνω Νόμου 1566/1985 καὶ εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ ἀκριβῶς τοὺς σκοπούς, εἰς οὕς ὀφείλουν νὰ ἀποβλέπωσι τὰ διδασκόμενα μαθήματα, τὰ συναφῆ των προγράμματα σπουδῶν, τὰ σχολικὰ βιβλία καὶ τὰ λοιπὰ διδακτικὰ μέσα, ἅτινα κατὰ τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἰδίου ἄρθρου χαρακτηρίζονται ὡς βασικοὶ συντελεσταὶ διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῶν σκοπῶν τῆς παιδείας, ἡ ὁποία παρέχεται εἰς ἅπαντα τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐποπτεύει ὁ καθ’ οὗ, συνιστῶντες ἅρα βασικὸν σκοπὸν διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ συγκεκριμένου ὑπουργείου, ὥρισε αὐτολεξεὶ τὰ ἑξῆς: «α΄) Τὰ ἀναλυτικὰ προγράμματα ἀποτελοῦν ἄρτιους ὁδηγοὺς τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἔργου καὶ περιλαμβάνουν κυρίως: αα΄) σαφῶς διατυπωμένους, κατὰ μάθημα, σκοποὺς μέσα στὰ πλαίσια τῶν γενικῶν καὶ εἰδικῶν, κατὰ βαθμίδα, σκοπῶν τῆς ἐκπαίδευσης, ββ΄) διδακτέα ὕλη ἐπιλεγμένη σύμφωνα μὲ τὸν σκοπὸ τοῦ μαθήματος, σὲ κάθε ἐπίπεδο, ἀνάλογη καὶ σύμμετρη πρὸς τὸ ὡρολόγιο πρόγραμμα καὶ πρὸς τὶς ἀφομοιωτικὲς δυνατότητες τῶν μαθητῶν, διαρθρωμένη ἄρτια σὲ ἐπὶ μέρους ἑνότητες καὶ θέματα. (…)».

Οὕτως, ἡ διὰ τοῦ προσβαλλομένου ρύθμισις τῶν σκοπῶν τοῦ ὑπουργείου παιδείας, ἐρεύνης καὶ θρησκευμάτων, διὰ τῆς ὁποίας ἔχει πλέον ἀπαλειφθεῖ καὶ ρητῶς καταργηθεῖ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ καθ’ οὗ νὰ μεριμνᾶ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν Ἑλληνοπαίδων, παραβιάζει τὴν συναφῆ συνταγματικὴν κατ’ ἄρθρον 16 πάρ. 2 ὑποχρέωσιν τοῦ κράτους ὡς πρὸς τὴν θεμελιωδεστέραν ἀποστολὴν τῆς παιδείας καὶ δὴ τοῦ καθ’ οὗ ὑπουργείου, ὡς καθ’ ὕλην ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τῆς παιδείας ἁρμοδίου, συνισταμένης ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν Ἑλληνοπαίδων κατὰ τὰς θρησκευτικάς βεβαίως τῶν γονέων των πεποιθήσεις.  

Δίχως τὴν παραμικράν ἀμφιβολίαν, ἡ ἀπάλειψις καὶ ρητὴ κατάργησις τῆς ἀναπτύξεως τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν μαθητῶν ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τοῦ ὑπουργείου τοῦ καθ’ οὗ, τοὺς ὁποίους ρυθμίζει τὸ προσβαλλόμενον διάταγμα, προσβάλλει καιρίως τὴν ἐν λόγω θρησκευτικὴν των συνείδησιν, τὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἅμα ὡς ἀπαραβίαστον κατοχυρουμένην, παραβιάζει δ’ ὡσαύτως καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τῶν λοιπῶν γονέων Ὀρθοδόξων μαθητῶν τοῦ Δημοτικοῦ, τοῦ Γυμνασίου καὶ τοῦ Λυκείου νὰ προσλαμβάνωσιν αὐτὰ διὰ μέσου τῶν ἐποπτευομένων ὑπὸ τοῦ καθ’ οὗ διδακτηρίων, θρησκευτικὴν ἐκπαίδευσιν σύμφωνον πρὸς τὰς ἰδίας αὐτῶν θρησκευτικάς πεποιθήσεις, ἤτοι ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν, τῶν δογμάτων καὶ τῶν ἱερῶν παραδόσεων τῆς ἡμετέρας Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Πίστεως.

Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 16 πάρ. 2 Σ. καὶ 9 ΕΣΔΑ, αἱ προβλέπουσαι τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ κράτους νὰ μεριμνᾶ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν μαθητῶν, ὡς καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Α΄ Προσθέτου Πρωτοκόλλου τῆς ΕΣΔΑ κατοχυροῖ τὸ δικαίωμα τῶν γονέων – καὶ τῶν τέκνων των – νὰ παρέχηται εἰς τὰ τέκνα των ὑπὸ τοῦ κράτους θρησκευτικὴ ἐκπαίδευσις σύμφωνος πρὸς τὰς ἰδίας αὐτῶν θρησκευτικάς πεποιθήσεις, ἀποκλείουσιν ἐντεῦθεν παντελῶς τὴν περίπτωσιν νὰ παύση νὰ ἀποτελῆ σκοπὸν τοῦ ἀποκλειστικῶς καθ’ ὕλην ἁρμοδίου ἐπὶ τῆς διδακτικῆς διαδικασίας Ὑπουργείου, ἡ ἐν λόγω ἀνάπτυξις τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῶν μαθητῶν, οἵτινες φοιτοῦν εἰς τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ καθ’ οὗ.

Ὅθεν, τὸ προσβαλλόμενον διάταγμα παραβιάζει τὰς ἀνωτέρω διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Νόμου καὶ τυγχάνει νομίμως ἀκυρωτέον.

 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

 

Διαβάστε περισσότερα

Ανακοινωθέν Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς.

ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΕΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ Η ΑΠΟΦΑΣΗ 660/2018 ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΣτΕ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ;

 

Εἶναι τραγικό τό γεγονός ὅτι μπροστά στήν ἰδεοληψία τους κάποιοι δέν ὀρρωδοῦν νά ποδοπατοῦν ἀνερυθρίαστα τήν ἔννομη πραγματικότητα καί τίς ἀρχές πού δῆθεν ὑπερασπίζονται. Ἀπόδειξη πασιφανής ἀπετέλεσε ἡ πολεμική ἐναντίον τῆς προσφάτου Ἀποφάσεως τῆς Ὁλομελείας τοῦ ΣτΕ πού ἔκρινε ἐπί τῆς συνταγματικότητος τῶν Ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ Φίλη τῶν ἀφορωσῶν στήν διδασκαλία τῶν Θρησκευτικῶν στούς Ὀρθόδοξους  Ἑλληνόπαιδες.

Μελετώντας κανείς τό αἰτιολογικό μέρος τῆς δημοσιευθείσης Ἀπόφασης τῆς Ὁλομελείας πού ἐξεδόθη μέ συντριπτική πλειονοψηφία 20 ἔναντι 5 ἀντιλαμβάνεται εὐχερέστατα ὅτι ἡ βάση τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῶν προσβληθεισῶν Ἀποφάσεων Φίλη εἶναι ἡ καταστρατήγηση τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος καί τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσονομίας. Χαρακτηριστικά ἡ Ἀπόφαση τῆς Ὁλομελείας ἀναφέρει στήν 14η παράγραφό της: «Πέραν δε τούτου, μάλιστα, για ετεροδόξους ή αλλοθρήσκους μαθητάς -ιδίως τους μαθητάς του καθολικού δόγματος ή της εβραϊκής θρησκείας ή της μουσουλμανικής μειονότητος της Δυτικής Θράκης-ο νομοθέτης έχει ρητώς προβλέψει δυνατότητα διδασκαλίας του οικείου δόγματος ή θρησκείας από πρόσωπα προτεινόμενα από την οικεία θρησκευτική κοινότητα, προκειμένου δε περί της μουσουλμανικής μειονότητος από μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό (βλ. άρθρα 19 παρ. 1 τουν. 3379/1955, 85 παρ. 4 του ν. 1566/1985, 55 παρ. 5 του ν. 4386/2016 και 7 παρ. 1 του ν. 694/1977)». Καί στήν 15η παράγραφο: «Επειδή, περαιτέρω,κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, σύμφωνα με την συνταγματική αρχή της ισότητος (άρθρο 4 παρ. 1 του Σ/τος) και τις διατάξεις των άρθρων 9 και 14 της ΕΣΔΑ και της παρ. 1 του ΠΠΠ αυτής, το Κράτος δεν μπορεί ρυθμίζοντας το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, να στερήσει από τους μαθητάς που ασπάζονται ορισμένη θρησκεία το δικαίωμα, το οποίο αναγνωρίζει σε μαθητάς που ανήκουν σε άλλες θρησκείες,να διδάσκονται αποκλειστικά τα δόγματα της πίστεώς των (όχι δε και τα δόγματα άλλων θρησκειών)».

Εἶναι αὐτό πού ἐπισημειώναμε ἀδιαπτώτως καί πού δυστυχῶς δέν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ὅτι δηλαδή σέ μία εὐνομούμενη Πολιτεία δέν μπορεῖς νά καταστρατηγεῖς τά δικαιώματα τῆς πλειονοψηφίας καί τήν ἴδια στιγμή νά ἀναγνωρίζεις τά καταστρατηγημένα δικαιώματα τῆς πλειοψηφίας, στίς μειοψηφίες γιατί αὐτό προσβάλλει τόν πυρήνα τῆς Δημοκρατίας, πού εἶναι ἡ ἰσότητα τῶν πολιτῶν ἔναντι τοῦ Νόμου καί ἰδιαίτερα τοῦ θεμελιώδους Νόμου τοῦ Κράτους πού εἶναι τό Σύνταγμα.

Εἷναι χαρακτηριστικό τό ἄρθρο τοῦ κ. Ἀκρίτα Καϊδατζῆ πού διδάσκει Συνταγματικό Δίκαιο στό ΑΠΘ, (Ἐφημερίδα τῶν Συντακτῶν 21.3.2018) «Ἑλληνοχριστιανικό Σύνταγμα;» ὅπου ἐμφανίζεται ὡς ἀγνοῶν τό ἀντικείμενό του, νά ὑποβάλει τό ρητορικό ἐρώτημα: «Αν η ορθόδοξη πλειοψηφία έχει την αξίωση για θρησκευτική εκπαίδευση σύμφωνα με τα δόγματα της πίστης της, τότε την ίδια αξίωση, ενόψει της συνταγματικής ισονομίας, θα πρέπει να έχουν και όσοι δεν ανήκουν στην πλειοψηφία. Αυτό όμως θα σήμαινε ότι κάθε μαθητής, ανάλογα με το δόγμα στο οποίο ανήκει, θα έπρεπε να διδάσκεται διαφορετικό μάθημα Θρησκευτικών» καθώς καί ἡ ἀπό 23/3/2018 Ἀνακοίνωση τοῦ Σωματείου μέ τόν βαρύγδουπο τίτλο «Ἑλληνική Ἕνωση γιά τά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου» πού λέει: «Αν τα δείγματα αυτά απέπνεαν απλώς συντηρητισμό, θα ήταν περιστασιακά και ακίνδυνα. Δυστυχώς αποπνέουν νοοτροπία «φυσικής» συμμαχίας της δικαιοσύνης με τον κλήρο και με ακραίους θύλακες του πολιτικού φάσματος, κάτι που συνιστά μείζονα κίνδυνο για το νομικό μας πολιτισμό και την κοινωνική ειρήνη» καταφανῶς ἀποσιωπώντας τήν ἰσχύουσα ἔννομη πραγματικότητα στό συγκεκριμένο ζήτημα καί ἰδιαίτερα τό Νόμο 4386/2016 «Ρυθμίσεις γιά τήν ἔρευνα καί ἄλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 83/11.5.2016 τ. Α΄), ὅπου στό ἄρθρ. 55 «Ρύθμιση θεμάτων τῆς Γενικῆς Γραμματείας Θρησκευμάτων τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας Ἔρευνας καί Θρησκευμάτων» καί στήν παρ. 5  ἐπικαιροποιήθηκαν τά ἀκόλουθα: «5. Στο άρθρο 16 του Ν. 1771/1988 (Α΄171) προστίθεται νέα παράγραφος 4, ως ακολούθως: «4. Κατ’ εξαίρεση, εφόσον στα δημόσια δημοτικά σχολεία των με αριθμό 25153/26.2.1957 (Β΄86) και 78871/22.3.1962 (Β΄125) κοινών υπουργικών αποφάσεων των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών δεν υπηρετεί δάσκαλος του Καθολικού δόγματος ή της Εβραϊκής θρησκείας και γλώσσας για την κάλυψη των αναγκών των μαθητών του Καθολικού δόγματος ή της Εβραϊκής θρησκείας και γλώσσας αντίστοιχα, μετά από σχετική εισήγηση των αρμοδίων Περιφερειακών Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, είναι δυνατή η πρόσληψη, ανά σχολικό έτος, εκπαιδευτικού εκτός των οικείων πινάκων αναπληρωτών εκπαιδευτικών για τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών του Καθολικού δόγματος και για τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών και γλώσσας της Εβραϊκής θρησκείας. Η επιλογή και πρόσληψη του εκπαιδευτικού γίνεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ύστερα από πρόταση της Ιεράς Συνόδου της Καθολικής Ιεραρχίας Ελλάδος (Ι.Σ.Κ.Ι.Ε.) και του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου (Κ.Ι.Σ) αντίστοιχα», καθώς καί τά ὁμοειδῶς ἰσχύοντα γιά τήν Μουσουλμανική μειονότητα μέ τούς Ν. 3379/1955, Ν. 1566/1985, Ν. 4186/2013, Ν. 4264/2014, Ν. 4351/2015.

Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ἀναχρονισμός εἶναι ἡ φαλκίδευση τῆς δημοκρατικῆς ἰσότητος, πού κατέγνωσε ἐκφαντορικά ἡ Ἀπόφαση τῆς Ὁλομελείας τοῦ ΣτΕ καί φασίζουσα ἀντίληψη εἶναι ὅσα ἐγράφησαν ἀποσιωπώντας τήν ἔννομη πραγματικότητα τῆς Χώρας, τήν ὁποία ὑπεράσπισε, ὡς ἔχον ὑποχρέωσι καί ὑπέρτατο χρέος τό Ἀνώτατο Συνταγματικό Ἀκυρωτικό Δικαστήριο.

Στό ἐρώτημα ἐάν εἶναι ἄνευ ἀντικειμένου ἡ συγκεκριμένη Ἀπόφαση ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργός Παιδείας κ. Γαβρόγλου μέ τό ἀπό 21/3/2018 Δελτίο Τύπου τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, Ἔρευνας καί Θρησκευμάτων, ὁ ὁποῖος στήν ἐρώτηση «τώρα σέ ποιά φάση εἴμαστε;» παραδέχεται ὅτι «ὑπάρχει ἡ δική μας ἀπόφαση ἡ ὁποία κρατάει τόν πυρήνα τῶν προτάσεων τοῦ κ. Φίλη». Ἄλλωστε ἔχομε βαρυσήμαντη συγκριτική μελέτη διεθνοῦς ἐπιστημονικοῦ Ἱδρύματος, πού ἀποδεικνύει ὅτι τό 93% τοῦ προγράμματος Θρησκευτικῶν Γαβρόγλου, ἀποτελεῖ πιστή ἀντιγραφή τοῦ προγράμματος Θρησκευτικῶν Φίλη.

Ἑπομένως ἡ ἐκδοθεῖσα ἀπόφαση τῆς Ὁλομελείας mutatis mutandis ρυθμίζει καί τίς ἰσχύουσες ὑπουργικές ἀποφάσεις τοῦ κ. Γαβρόγλου. Παρέλκει νά τονιστεῖ ὅτι καί αὐτές ἔχουν ἤδη προσβληθεῖ ἀκυρωτικῶς, ἀλλά τό κυριώτερο ἔχουμε προσφύγει ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀναστολῶν καί τῆς Ἐπιτροπῆς Συμμορφώσεως τοῦ ΣτΕ, διότι ὑφίσταται δεσμία ὑποχρέωση τῆς Διοικήσεως νά συμμορφωθεῖ, διότι ἄλλως παραβιάζει εὐθέως τό ἄρθρο 95 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος καί ἡ μέν Διοίκησι τιμωρεῖται μέ ἡμερήσιο πρόστιμο, ὁ δέ αὐθαιρετῶν Ὑπουργός ἐνέχεται γιά τό ἀδίκημα τῆς κατάχρησης ἐξουσίας.

Κατά ταῦτα εὐγενῶς προτείνομε, στούς ἐπικριτές τῆς Ἀποφάσεως τῆς Ὁλομελείας τοῦ ΣτΕ νά ἐπανασταθμίσουν τά δημοκρατικά τους αἰσθητήρια καί νά προσπαθήσουν νά ἀπεμπλέξουν τήν κρίση τους ἀπό τά ἰδεολογήματα πού τούς κατατρύχουν, ἐάν θέλουν νά ὑπολογίζονται ἐντός τοῦ δημοκρατικοῦ τόξου, στό κράτος δικαίου καί ἰσονομίας, πού θέλουμε νά εἶναι ἡ Χώρα μας.

Ὅσον ἀφορᾶ στήν ἁγία μας Ἐκκλησίας καλεῖται νά διεκδικήσει ὄχι ἕνα «φιλολογικό διάλογο» μέ τό ἁρμόδιο Ὑπουργεῖο γιά τό περιεχόμενο τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, ἀλλά αὐτό πού δικαιωματικά τῆς ἀνήκει καί πού παρανόμως καί ἀντιδημοκρατικά τῆς ἀφαιρεῖται, νά συγγράφει ἡ ἴδια μέσῳ τῶν Συνοδικῶν Ἐπιτροπῶν Χριστιανικῆς Ἀγωγῆς καί Νεότητος καί Πολιτιστικῆς Ταυτότητος τά βιβλία θρησκευτικῶν πού θά διδάσκονται στούς Ὀρθόδοξους Ἑλληνόπαιδες καί νά προτείνει τούς διδάσκοντες αὐτά κατά τά ἰσχύοντα στίς λοιπές θρησκευτικές κοινωνίες τῆς Χώρας, Μουσουλμάνους, Ρωμαιοκαθολικούς καί Ἑβραίους.

 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Διαβάστε περισσότερα

Μητροπολίτης Πειραιώς: Οἱ σκέψεις καί ἡ καρδιά τῶν Πανελλήνων στούς ἀπαχθέντας ἀξιωματικούς πού βρίσκονται ἐγκάθειρκτοι στίς φυλακές ὑψίστης ἀσφαλείας τῆς Ἀνδριανούπολης.

Οἱ σκέψεις καί ἡ καρδιά τῶν Πανελλήνων στούς ἀπαχθέντας ἀξιωματικούς πού βρίσκονται ἐγκάθειρκτοι στίς φυλακές ὑψίστης ἀσφαλείας τῆς Ἀνδριανούπολης.

Ὅπως ἔχουμε ἐπισημειώσει παλαιότερα ἡ Τουρκία τοῦ Προέδρου Ἐρντογάν φαινομενικά καί γιά προφανεῖς λόγους οἰκονομικῆς στήριξης καί ἐπειδή ἡ Εὐρώπη εἶναι μέγιστος ἐπενδυτής στήν Τουρκία καί ταυτόχρονα ἄριστος καταναλωτής τουρκικῶν προϊόντων, συντηρεῖ τήν δῆθεν Εὐρωπαϊκή της προοπτική, ἐνῶ σταθερά ἀρνεῖται τήν ἀποδοχή τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ κεκτημένου. Μπορεῖ μέν κατά καιρούς νά γίνονται σχετικές δηλώσεις, πού συντηροῦν τό κλίμα χρηματοδότησης τῆς Τουρκικῆς οἰκονομίας ἀπό τό Εὐρωπαϊκό Ταμεῖο μέ τό δικαιολογητικό τῆς προσαρμογῆς καί τῆς περιθάλψεως τῶν προσφύγων, ἀλλά τό οὐσιῶδες περίγραμμα τῆς Τουρκίας τοῦ Ἐρντογάν καθορίζεται ἀπό τήν γνωστή ἰδεοληψία τοῦ νεοθωμανισμοῦ, τοῦ ὁποίου θεωρητικός ὑπῆρξε ὁ ἀποπεμφθείς Πρωθυπουργός Καθ. Νταβούτογλου.

Διαβάστε περισσότερα

Στον ιστοτόπο αυτό...

 ... μπορείτε να ενημερώνεστε για θέματα τύπου σχετικά με την Ποιμαντική, Ιεραποστολική, Φιλανθρωπική, Νεανική και λοιπή δραστηριότητα της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.

Ο Διευθυντής  Ιδιαιτέρου Γραφείου Σεβασμιωτάτου, Γραφείου Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων

Δημήτριος Αλφιέρης  

Επικοινωνία

 Διεύθυνση

  • Ακτή Θεμιστοκλέους 190

  • ΤΚ 185-39

  • Πειραιάς

Τηλεφωνικό κέντρο

  • 2104514833

Email Επικοινωνίας

  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.