wrapper

Ανακοινωθέντα Σεβασμιωτάτου

Ο Μητροπολίτης Πειραιώς συμπαρίσταται στον Μητροπολίτη Μαυροβουνίου.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

 Ἐν Πειραιεῖ τῇ 10 Ἰανουαρίου 2020

 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΥΜΠΑΡΙΣΤΑΤΑΙ  ΣΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ  ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ

Ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς ἀπέστειλε τήν κάτωθι ἐπιστολή συμπαραστάσεως στόν ἐμπερίστατο Μητροπολίτη Μαυροβουνίου καί Παραθαλασσίας κ.κ. Ἀμφιλόχιο τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας προτείνων τήν προσφυγή στό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων.

 

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

 

᾿Εν Πειραιεῖ τῇ 10 Ἰανουαρίου 2020

Πρός

Τόν Σεβασμιώτατον

Μητροπολίτην Μαυροβουνίου καί Παραθαλασσίας

Κύριον κ. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΝ

Mitropolija, 81250 Cetinje

MONTENEGRO

"""""""""""""""""""""""""""

euo@mitropolija.me

 

Σεβασμιώτατε καί πολυτίμητε Δέσποτα,

Ἐκ προσώπου τοῦ εὐαγοῦς Κλήρου καί τοῦ φιλοχρίστου λαοῦ τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς ἐκφράζομεν τήν ἀμέριστον συμπαράστασιν μας πρός τήν δοκιμαζομένην καί θεόσωστον Ὑμετέραν Κανονικήν Δικαιοδοσίαν καί τό Σεπτόν Πατριαρχεῖο Σερβίας, εἰς τήν φίλην χώραν τοῦ Μαυροβουνίου, διά τήν ἀήθη καί προκλητικήν ἐπίθεσιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Ντοῦσκο Μάρκοβιτς καί τοῦ Προέδρου κ. Μίλο Τζουκάνοβιτς μέ τήν ἐπιψήφισι τοῦ ληστρικοῦ Νόμου διαρπαγῆς τῶν Ἱ. Ναῶν, Μονῶν καί Ἐκκλησιαστικῶν Ἱδρυμάτων τῆς Ὑμετέρας Μητροπόλεως Μαυροβουνίου καί Παραθαλασσίας. Ἀποτελεῖ οὐσιαστικό διωγμό τοῦ 72% τῶν 620.000 κατοίκων τοῦ Μαυροβουνίου πού ἀνήκουν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἐπιδιώκει νά κατασχέσει τά περιουσιακά στοιχεῖα τῆς Μητροπόλεώς Σας καί τοῦ Σεπτοῦ Πατριαρχείου Σερβίας στό Μαυροβούνιο, γιά τήν ἐνίσχυσι μιᾶς παρασυναγωγῆς ἑνός καθηρημένου πρώην κληρικοῦ τοῦ Miras Dedeic, πού αὐτοπροσδιορίζεται ὡς δῆθεν «Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τοῦ Μαυροβουνίου». Παρέλκει νά ἀναφερθεῖ ὅτι τό θρᾶσος, ἡ ἀναίδεια καί ἡ ἀθεοφοβία τοῦ παρασυναγώγου ψευδοκληρικοῦ καί τῶν συνεργατῶν του δυστυχῶς ἐνισχύθηκε ἀπό τήν ἄκριτο καί ἄκυρο χορήγησι Αὐτοκεφαλίας εἰς τήν ἀντικανονική δομή τῆς Οὐκρανίας. Θετικό ὅμως γεγονός ὡστόσο ἀποτελεῖ, ἡ οὐσιώδης παρέμβασι τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου πού διέλυσε τούς πονηρούς καί δολίους σχεδιασμούς γεωπολιτικῆς καί γεωστρατηγικῆς γνωστῶν εὐρωατλαντικῶν κύκλων, δίδων συνέντευξιν στήν Ἐφημερίδα «Kurir» τοῦ Βελιγραδίου στήν ὁποία διεκήρυξε τήν ἀναγνώρισι ὡς μόνης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν Μαυροβουνίῳ τῆς καθ’ Ὑμᾶς Θεοσώστου Μητροπόλεως, στηλιτεύων τήν παρασυναγωγή τοῦ κ. Dedeic (CPC) καί τούς ὄπισθεν αὐτοῦ κρυπτομένους.

Μέ τόν ψηφισθέντα Νόμο, ὁ ὁποῖος ἐτέθη σέ ἰσχύ δημοσιευθείς τήν 27/12/2019 στήν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Μαυροβουνίου, οἱ θρησκευτικές κοινότητες καλοῦνται νά ἀποδείξουν ὅτι κατέχουν τίς ἰδιοκτησίες τους πρίν τό 1918 ὅταν τό Βασίλειο τοῦ Μαυροβουνίου ἑνώθηκε μέ τά βασίλεια τῶν Σέρβων, Κροατῶν καί Σλοβένων, τοῦ προκατόχου τῆς μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας, ἡ ὁποία πλέον ἔχει διαλυθεῖ, ἄλλως θά κρατικοποιεῖται ὡς ἐθνική κληρονομία τοῦ Κράτους. Ὁ συγκεκριμένος Νόμος σχεδιάστηκε γιά νά πλήξει μόνο τήν καθ’ Ὑμᾶς Ἁγιωτάτην Ἐκκλησίαν διότι οἱ Μουσουλμάνοι τοῦ Μαυροβουνίου δέν κινδυνεύουν ἐπειδή ἡ περιουσία τους ὑφίσταται ὡς Βακούφια στό ἔννομο status τοῦ Μαυροβουνίου καί ἑπομένως ὅλος αὐτός ὁ δολιότατος σχεδιασμός στρέφεται κατά τῆς Κανονικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Συναλγοῦντες μεθ’ Ὑμῶν καί συνευχόμενοι πρός τόν Δομήτορα τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας Σωτῆρα Χριστό, διά τήν ὑπέρβασι τῆς κακοτρόπου καί ἀήθους Κυβερνητικῆς ἐπιθέσεως, πού ἐπιδιώκει τήν ἀπομείωσι τῆς κανονικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στό Μαυροβούνιο καί τήν ἀποκοπή τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ τοῦ Μαυροβουνίου ἀπό τήν πνευματική του μήτρα καί Μητέρα τήν Ἁγιωτάτη Ἁγιοσαββιτική Ἐκκλησία, θέτομεν τίς ταπεινές ἡμῶν δυνατότητες εἰς τήν Ὑμετέραν διάθεσιν προτείνοντες ὅπως προσφύγετε εἰς τό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, διότι προδήλως καί κατάφωρα παραβιάζεται ἡ Εὐρωπαϊκή Σύμβασις (ΕΣΔΑ) Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων καί εἰδικώτερα τό πρόσθετον Πρωτόκολλον αὐτῆς καί ἀσφαλῶς προσβάλλεται τό Εὐρωπαϊκό κεκτημένο καί ὁ εἰς τά κράτη δικαίου ἀναγνωριζόμενος τρόπος κτήσεως κυριότητος διά τῆς «χρησικτησίας». Συνεπῶς τό κράτος τοῦ Μαυροβουνίου πού ἐπιδιώκει τήν ἔνταξί του στήν ΕΕ ὀφείλει νά σέβεται τήν ΕΣΔΑ καί νά ἀναγνωρίζει ὡς νόμιμο τρόπο κυριότητος τήν ἔκτακτη ἤ τακτική χρησικτησία, διότι τό Σεπτόν Πατριαρχεῖον Σερβίας καί ἡ Θεόσωστος Μητρόπολις Αὐτοῦ Μαυροβουνίου καί Παραθαλασσίας εἶναι πανάρχαια Καθιδρύματα αἰῶνες πρίν δημιουργηθεῖ τό σύγχρονο Κράτος τοῦ Μαυροβουνίου καί ἀποτελεῖ νομικόν ἀστεϊσμόν νά καλοῦνται νά ἀποδείξουν ὅτι κατεῖχαν τίς ἰδιοκτησίες τους πρό τοῦ 1918.

Θέτω τίς ταπεινές μου γνώσεις εἰς τήν Ὑμετέραν διάθεσιν ὑπομιμνήσκων ὅτι παρομοίαν ἐπίθεσιν εἶχεν δεχθεῖ καί ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἁγιωτάτη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ τούς ἐπαισχύντους καί ἀνηθίκους Νόμους 1700/1987 καί 1811/1988 τούς ὁποίους καί κατετροπώσαμεν διά τοῦ ΕΔΑΔ μέ τήν ἱστορική Ἀπόφαση 10/1993/405/483-484/9.12.1994 «Ἱερῶν Μονῶν κατά τῆς Ἑλλάδος» μέ τήν ὁποία ἐδικαιώθησαν οἱ προσφυγοῦσες 5 Ἱ. Μονές στίς ὁποῖες ἐπεδικάσθη τό ἰλιγγιῶδες ποσόν τῶν 3.000.000.000.000 δραχμῶν ἤ 8.800.000.000 Εὐρώ καί ἀναγκάσθηκε τό Ἑλληνικό Δημόσιο νά θέσει στό χρονοντούλαπο τῆς Ἱστορίας τούς κακοτρόπους Νόμους δημεύσεως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς-Μοναστηριακῆς περιουσίας.

Εἰδικώτερον παραθέτω παλαιοτέραν μου καταχώρησι πού ἀναφέρεται στή Νομολογία τοῦ ΕΔΑΔ στήν μνημονευθεῖσα Ἀπόφαση: «11. Ὅσον ἀφορᾶ τή χρησικτησία τό Δικαστήριο ἐπισημαίνει τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: «60. Δέν εἶναι ἐφικτό γιά τό Δικαστήριο νά ἀναλάβει νά ἐξακριβώσει τό ἴδιο ποιές ἀπό τίς ἐπίδικες ἐκτάσεις γῆς μποροῦν νά θεωρηθοῦν κατά τό Ἑλληνικό Δίκαιο ὅτι ἀνήκουν στήν πραγματικότητα στό Δημόσιο. Παρατηρεῖ ὡστόσο ὅτι οἱ Ἱερές Μονές πού εἶναι πανάρχαια ἰδρυτικά μέρη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καί ἱδρύθηκαν πολύ πρίν δημιουργηθεῖ τό Ἑλληνικό Κράτος, ἔχουν ἀνά τούς αἰῶνες συσσωρεύσει σημαντική ἀκίνητη περιουσία. Χωρίς ἀμφιβολία, ἔγγραφοι τίτλοι κυριότητος πού ἀποκτήθηκαν κατά τή διάρκεια τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας καί τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἔχουν χαθεῖ ἤ καταστραφεῖ. Προκειμένου περί αὐτῶν τῶν γαιῶν, τίς ὁποῖες κατεῖχαν γιά τόσο μακρό χρονικό διάστημα, ἔστω καί χωρίς νόμιμο τίτλο, ἡ χρονική διάρκεια τῆς κατοχῆς πού ἀπαιτεῖται ὥστε νά θεμελιωθεῖ χρησικτησία τόσο ἔναντι τοῦ Δημοσίου ὅσο καί ἔναντι τρίτων εἶχε μετά βεβαιότητος συμπληρωθεῖ κατά τή στιγμή πού ὁ Νόμος 1700/87 ἐτέθη σέ ἰσχύ. Στό σημεῖο αὐτό τό Δικαστήριο προσδίδει ἰδιαίτερη σημασία στήν κτήση κυριότητος διά χρησικτησίας διότι δέν ὑπάρχει κτηματολόγιο στή Ἑλλάδα καί διότι ἦταν ἀδύνατη ἡ μεταγραφή τίτλων πρό τοῦ 1856 καί ἡ μεταγραφή κληροδοσιῶν καί κληρονομιῶν πρό τοῦ 1846. 12. Εἶναι σημαντικό τό ὅτι τό Δικαστήριο στήν ἄνω περίπτωση κατατάσσει τά ὑπό τοῦ δημοσίου λεγόμενα «διακατεχόμενα» καί ἐπιλύει τήν ἀμφισβήτηση, ὑπέρ τῶν ἀπόψεων τῶν Ἱερῶν Μονῶν ὅτι ἡ χρησικτησία ἐκάλυψε τούς ἀπωλεσθέντας ἐκ τῶν περιστάσεων καί τῆς διαδρομῆς τοῦ χρόνου τίτλους κυριότητος (ἔγγραφα στοιχεῖα). 13. Τό Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων ξεκκαθαρίζει ὅτι τά χωρίς «νομίμους τίτλους» δηλ. τά «διακατεχόμενα» κατά τήν ἄποψη τοῦ Δημοσίου, εἶναι τά νεμόμενα ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τίς Ἱερές Μονές, μέ τά προσόντα τῆς ἐκτάκτου ἤ τακτικῆς χρησικτησίας ἀκίνητα. 14. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι τό Δημόσιο δέν ἰσχυρίσθηκε στό Δικαστήριο τά ὅσα λέγει τό ἴδιο καί τό Νομικό Συμβούλιο τοῦ Κράτους περί ἁπλοῦ δικαιώματος «καρπώσεως» μέ τίς μνησθεῖσες, γνωμοδοτήσεις του, ἀλλά περί κατεχομένων ἀπό τήν Ἐκκλησία (Ί. Μονές) χωρίς τίτλους ἀκινήτων καί ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ Ἱερές Μονές «κατεῖχαν ὡς ἁπλοί νομεῖς»! Καί στόν ἰσχυρισμό αὐτό τό Δικαστήριο ἀπαντᾶ μέ πλήρη σαφῆ, εἰδική καί ἐμπεριστατωμένη σοφῆ αἰτιολογία καί δικαιώνει τίς Ἱερές Μονές. 15. Ἀκόμα περισσότερο, πρέπει νά σημειώσουμε, ὅτι δέν ἰσχυρίστηκε τό Ἑλληνικό Δημόσιο (ἤ Κυβέρνηση) τά ὅσα, τό Ὑπουργεῖο Γεωργίας, ἰσχυρίσθη, περί «διακατοχικῶν δικαιωμάτων»! Ἡ ἐφεύρεση αὐτοῦ τοῦ ὅρου συνιστᾶ παραβίαση καί πάλι τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος καί τῆς συμβάσεως τῆς Ρώμης καί τοῦ προσθέτου πρωτοκόλλου αὐτῆς. 16. Αὐτές εἶναι μερικές ἀπό τίς ἐπισημάνσεις γιά τήν σημαντική αὐτή ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ἡ ἀπόφαση αὐτή ἀποτελεῖ σταθμό στή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου καί εἶναι ἡ πρώτη πού ἀσχολεῖται μέ μία ὁλόκληρη Ἐκκλησία κράτους-μέλους τῆς Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης, μέ αὐτό τό ἀντικείμενο. Εἶναι, πάντως, ἄξιο παρατηρήσεως ὅτι τό Δικαστήριο μέ καταπλήσσουσα διεισδυτικότητα, παρατηρητικότητα, νομική ἀξιοσύνη καί ἐπιστημοσύνη, βαθύνεια, εὐθυκρισία καί ἀντικειμενικότητα, ἀναλύει σέ ὅλες τίς λεπτομέρειες, τίς συνέπειες καί τίς ὑποκρυπτόμενες μεθοδεύσεις, δολιότητες, καί σκοπιμότητες, τίς διατάξεις τοῦ ν. 1700/87 γιά νά κατάληξη στό πόρισμά του ὅτι ὁ νόμος αὐτός παραβιάζει τήν διεθνῆ σύμβαση τῆς Ρώμης καί τό πρῶτο πρωτόκολλο αὐτῆς. Μέ τήν ἀνωτέρω ἀπόφαση κλείεται ὁριστικά καί ἀμετάκλητα τό κεφάλαιο τῆς ἀμφισβήτησης τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἀπό συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μέχρι σήμερα, ὅπως ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἰσχυρίστηκε, ἡ Ἑλληνική Πολιτεία, κατά παράβαση κάθε ἔννοιας δικαίου καί ἠθικῆς».

Ὅθεν πάνυ εὐλαβῶς προτείνω ὅπως προσφύγετε στό ΕΔΑΔ γιά νά ἀκυρωθεῖ καί νά καταπέσει ἡ αἰσχίστη αὐτή νομοθεσία, δημεύσεως καί διαρπαγῆς τῆς περιουσίας τῆς Ἁγιωτάτης Ὑμῶν Ἐκκλησίας, διότι ὑφίσταται ἤδη ἡ σχετική νομολογία καί τό δεδικασμένο καί διατίθεμαι νά συμβάλλω μέ κάθε τρόπο.

Κατασπαζόμενος τήν Ὑμετέραν Σεβασμιότητα διατελῶ, 

 

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Διαβάστε περισσότερα

Η Ιερά Μητρόπολις Πειραιώς απαντά σε επικρίσεις.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

 

Η ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΠΑΝΤΑ ΣΕ ΕΠΙΚΡΙΣΕΙΣ

 Ἐν Πειραιεῖ τῇ 9 Ἰανουαρίου 2020

 

Ἡ ἐνασχόληση μέ ζητήματα κονονικῆς ὑφῆς καί τάξεως προϋποθέτουν οὐσιώδη γνώση τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καί δέν ἐπαρκεῖ ὁ ζῆλος γιά τήν διασφάλιση καί διακράτηση τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως διότι εἶναι θέματα βαθείας γνώσεως καί ἀσφαλῶς πρέπει νά ὑφίσταται ὁ φωτισμός τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἡ ψυχοσωματική καθαρότης καί ἀκεραιότης ἀλλά καί ἡ ἐπιστημοσύνη περί τό ἀντικείμενο καί εἰδικώτερα ἡ σαφής καί πλήρης γνῶσι καί τῆς Θεολογίας καί τῆς θύραθεν Νομικῆς, τῆς ὁποίας οἱ προβλέψεις εἶναι ἀπαραίτητες γιά τήν κατανόηση καί συμπλήρωση τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, τό ὁποῖον δέν εἶναι εἰδικό ποινικό δίκαιο καί ἑπομένως σέ πολλές περιπτώσεις χρειάζεται νά γίνεται διασταλτική ἤ συσταλτική ἑρμηνεία ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς θύραθεν νομικῆς ἐπιστήμης, πού ἰσχύει σέ ὅλα τά δικαιϊκά συστήματα τῶν κρατῶν δικαίου.

Οἱ διευκρινίσεις αὐτές κρίνονται ἀπαραίτητες διότι ἀρκετοί ἀνησυχοῦντες ἀγαπητότατοι ἀδελφοί γιά τήν πορεία τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας πραγμάτων καί ἀγωνιζόμενοι γιά τήν διασφάλιση τῆς ἀποστολικοπαραδότου πίστεώς μας ὀχλήθησαν ἀπό τό γεγονός τῆς μνημονεύσεως ὑπό τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερωνύμου τοῦ Β΄ κατά τήν θεία λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων στόν Καθεδρικό Ἱ. Ναό τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς τοῦ φερομένου ὡς «Μητροπολίτου Κιέβου Ἐπιφανίου» γεγονός πού ἐπισυμβαίνει πλέον σέ κάθε λειτουργική παρουσία τοῦ Μακαριωτάτου μετά τήν Ἱεραρχία τῆς 12/10/2019.

Χωρίς τόν ἀνάλογο νομοκανονικό ἐξοπλισμό ἀλλά μόνο μέ ἐφαλτήριο τόν ἱερό ζῆλο καί τήν ἄγνοια τῶν λεπτοτάτων αὐτῶν θεμάτων ἡ καλή μας πρόθεσι δέν ἐπαρκεῖ γιά τήν νομοκανονική κατανόηση τοῦ πολυπλόκου οὐκρανικοῦ ζητήματος διότι ἄλλως ἁπλουστευτικά προσεγγίζομε τό θέμα καί ἀπό τίς δύο πλευρές τῶν καταγγελόντων καί τῶν ὑποστηριζόντων.

Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς ὡς ἔχων εἰδική ἐμπειρία καί γνῶσι νομοκανονικῶν ζητημάτων ὑπηρετήσας ἐπί 25ετία ὡς Γραμματεύς τῶν Συνοδικῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων διά Μοναχούς, Διακόνους, Πρεσβυτέρους καί Μητροπολίτας καί ὡς ἀνακριτής τῆς Ἱ. Συνόδου καί ὡς Ἀρχιγραμματεύς Αὐτῆς, Α. Ἔχει δημοσίᾳ καταγγείλει τήν λεγομένη Σύνοδο τῆς Κρήτης διότι παρεβίασε τήν σαφεστάτη ὑποχρέωση Της ἐκ τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων νά καταγνώσει παγκοσμίως τίς ὑφιστάμενες ἐν χώρῳ καί χρόνῳ αἱρέσεις καί κακοδοξίες καί νά ὁριοθετήσει τήν σώζουσα πίστη ἔναντι αὐτῶν, ἐπικαιροποιοῦσα τήν ὑπό τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων κατάγνωσι (Ηης) τῆς παναιρέσεως τοῦ Παπισμοῦ, (Γης καί Ζης) τοῦ Προτεσταντισμοῦ καί (Δης, Εης καί Στης) τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ καί γιά τόν λόγον αὐτόν διεφώνησε καί μέ τά κείμενα πού ἐξεδόθησαν καί μέ τήν διαδικασία πού ἠκολουθήθη παραιτηθείς διαμαρτυρόμενος ἀπό τήν συμμετοχή του εἰς Αὐτήν. Β. Καταδικάζει δριμύτατα τῆν παναίρεση τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ, μέ πολλές του παρεμβάσεις στούς προεστῶτες τῶν αἱρέσεων, πού ὁμογενοποιεῖ τήν ἀλήθεια μέ τό ψεῦδος καί ἐπιπολάζει τά τελευταῖα 100 χρόνια καί ἐκζητεῖ τήν δημιουργία τόξου τῶν Ὀρθοδόξων Λαῶν γιά τόν ὀρθόδοξο ἐπανευαγγελισμό τῆς Οἰκουμένης προτείνων τόν συνασπισμό Ἑλλάδος, Κύπρου, Σερβίας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας καί Ρωσίας μέ παγκόσμιες ἐνημερωτικές πλατφόρμες ἀπέναντι στό γνωστικό Ἰσλάμ, τίς ἀνατολικές θρησκεῖες καί παραθρησκεῖες, τήν ἀθεΐα, τόν μηδενισμό, τόν ἀποκρυφισμό καί τόν νεοπαγανισμό. Γ. Ἀπό τοῦ ἔτους 2018 ἔχει καταδείξει τήν ἀληθῆ νομοκανονική διάστασι τοῦ οὐκρανικοῦ ζητήματος καί ἔχει ὀρθῶς ἑρμηνεύσει τούς Ἱ. Κανόνες Θ καί ΙΖ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τούς ΛΣΤ΄ καί ΡΛΔ΄ Κανόνας τῆς ἐν Καρθαγένῃ Ἱερᾶς Συνόδου τούς ὀνομαστικῶς ἐπικυρωθέντας ὑπό τοῦ Β΄ Ἱεροῦ Κανόνος τῆς Ἁγίας Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού ἐπιλύουν πλήρως τό ζήτημα καί μετά ἀπολύτου σεβασμοῦ καί ἀγάπης πρός τό Σεπτό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἔχει δημοσίως ἀναντιρρήτως καταθέσει ὅτι ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμεικοῦ Πατριαρχείου παρερμήνευσε τούς ἀνωτέρω Κανόνας τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί δέν ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν τούς Κανόνες τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης, παραβιάσασα τήν ἀρχή τῆς ταυτότητος τῶν ποινῶν πού ἀποτελεῖ ἑνοποιητικό στοιχεῖο τῶν Ὁρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Εἰρήσθω ἐν προκειμένῳ ὅτι ἡ ἀνάκλησις τῆς Πράξεως τοῦ 1686 τοῦ Πατριάρχου Διονυσίου τοῦ Δ΄ διά τούς λόγους πού ἐπεκαλέσθη ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος ἀντιβαίνει στόν ΙΖ΄ Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁ ὁποῖος καθιερώνει τήν ἀρχή τῆς παραγραφῆς, διά διοικητικῆς ὑφῆς θέματα καί ἑπομένως εἶναι ἐξωπραγματικό 350 χρόνια μετά ταῦτα νά μήν ἔχει παραγραφεῖ, φερόμενο σχετικό δικαίωμα τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου, διότι ἡ ἔννοια τῆς παραγραφῆς διασταλτικῶς ἐφαρμοζομένη καταλαμβάνει καί τό εἰρημένο ζήτημα.

Τίς θέσεις αὐτές κατέθεσε καί γραπτῶς ἐν ὑπομνήματι καί στήν Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί δημοσιοποίησε εὑρέως καί ἐν τἀυτῷ μετά τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν Δρυϊνουπόλεως, Κυθήρων καί Αἰτωλοακαρνανίας ὑπέβαλον ἐν εἴδει ἐφέσεως κατά τῆς Ἀποφάσεως τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος περί ἀναγνωρίσεως τῶν ἀκύρων καί ἀντικανονικῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πρός τόν Παναγιώτατον καί τούς Μακαριωτάτους Προκαθημένους αἴτηση ἀμέσου συγκλήσεως Πανορθοδόξου (Οἰκουμενικῆς) Συνόδου μέ τήν συμμετοχή ὅλων τῶν διαποιμαινόντων Ἐκκλησιαστικάς Ἐπαρχίας Μητροπολιτῶν καί Ἐπισκόπων.

Δ. Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς ὡς μόνο Κανονικό Μητροπολίτη Κιέβου ἀναγνωρίζει τόν Σεβ. Μητροπολίτη Κιέβου κ. Ὀνούφριο καί τή περί Αὐτόν Ἱ. Σύνοδο καί θεωρεῖ τάς πράξεις ἀποδοχῆς τῶν ἐκκλήτων προσφυγῶν τοῦ καθηρημένου καί ἀναθεματισμένου Μοναχοῦ Φιλαρέτου Ντενισένκο καί τοῦ καθηρημένου Πρεσβυτέρου Νικολάου-Μακαρίου Μάλετιτς, ὡς κανονικῶς ἄκυρες, διότι χωρίς κανονική δικαιοδοσία καί δωσιδικία ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος ἐπελήφθη καί ἐξεδίκασε αὐτάς καί ἑπομένως  προδήλως ἄκυρες εἶναι οἱ ἀκόλουθες πράξεις ἀναγνωρίσεως τῶν χειροτονιῶν πού οἱ εἰρημένοι ἐν καθαιρέσει ἐτέλεσαν καί ἀσφαλῶς ἄκυρος ἡ σύγκλησις τῆς λεγομένης «Ἑνωτικῆς Συνόδου» ἁπαρτιζομένης ἀπό λαϊκά πρόσωπα ἐν σχίσματι καί παρασυναγωγῇ διότι ὁ μέν Ντενισένκο συνέπηξε σχίσμα ὡς καθηρημένος Ἐπίσκοπος, ὁ δέ Μάλετιτς παρασυναγωγή ὡς καθηρημένος Πρεσβύτερος καί βέβαια ἄκυρος ἡ χορήγησις Αὐτοκεφαλίας στούς συγκεκριμένους λαϊκούς.

Κατά τό Κανονικό μας Δίκαιο οἱ ἀνωτέρω πράξεις εἶναι μέν ἄκυρες διότι ἐλήφθησαν ἄνευ ἁρμοδιότητος, ἀλλά δέν εἶναι ἀνυπόστατες διότι ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι ἀσφαλῶς ταμειοῦχος τῆς Θ. Χάριτος, ἔχει τό ὑπό τοῦ Κυρίου χορηγηθέν κανονικόν δικαίωμα τοῦ «δεσμεῖν καί λύειν» ὑπό τάς προϋποθέσεις τῶν Θ. καί Ἱ. Κανόνων καί οἱ τυχόν ἀντικανονικές ἀποφάσεις Της, ὡς ἐν προκειμένῳ δέν αἵρονται ἀπό τήν ἀγαθή βούλησι τοῦ κάθε ἐνισταμένου καί ἀνησυχοῦντος πιστοῦ ἀλλά ἀπό τό καθοριζόμενο κανονικό ὄργανο ὑπό τῶν Θ. καί Ἱ. Κανόνων δηλ. ἀπό τήν συγκληθησομένη Πανορθόδοξο (Οἰκουμενική) Σύνοδο. Αὐτό ἐξέφρασε ἐπιτυχῶς, ἀλλά χωρίς νομική πληρότητα, ὁμιλῶν περί «ἐλλειματικῆς ἀποκαταστάσεως» τῶν ἀνωτέρω καί ἀναγνωρίσεως τῶν χειροτονιῶν τους ὁ Μακαρ. Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας κ.κ. Ἀναστάσιος.

Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς ἔχει δημοσίως καταδείξει ὅτι τό ζήτημα αὐτό παρ’ ὅλη τήν πρόδηλη γεωπολιτική καί γεωστρατηγική του ἐμπλοκή διά τήν ὁποία ἀσφαλῶς εὐθύνονται καί οἱ Ρῶσοι ἀδελφοί μας «παραχωροῦντες» τήν ὑποχρεώση στηρίξεως τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τῆς Πρωτοθρόνου κατά τούς Ἱερούς Κανόνας Ἐκκλησίας τῶν Ὀρθοδόξων ἐντός τῆς φασιστικῆς ἰσλαμικῆς Τουρκίας στούς Εὐρωατλαντιστάς, τυγχάνει διοικητικῆς ὑφῆς ζήτημα διότι δέν ἀναφέρεται στό δόγμα τῆς Πίστεως ἀλλά στήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας καί μπορεῖ μέν νά ὑφέρπει ὅπως καί στήν αἴτηση συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου ἀνεφέρθη, ἡ ἐσφαλμένη ἐκκλησιολογία περί δῆθεν ὑπάρξεως παγκοσμίου πρώτου ἐκτός τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά τό ζήτημα αὐτό δέν κρίνεται ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀντίληψης ἀλλά ἐπί τῇ βάσει τῆς διοικητικῆς φύσεως τοῦ θέματος. Οἱ δέ ἄθεσμες συλλειτουργίες μέ Παπικούς καί Οὐνίτες τῶν λαϊκῶν τῆς νέας δομῆς στήν Οὐκρανία, εἶναι ἐπίμεπτες ἐνέργειες πού καταδεικνύουν τό σφάλμα τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου νά ἐμπιστευθεῖ εἰς τοσοῦτον ἀδοκίμους, ἀκαταρτίστους  καί ἀνοήτους ἀνθρώπους τόν μέγαν θησαυρόν τῆς Αὐτοκεφαλίας.

Ἑπομένως δέν τίθεται ζήτημα ἀμέσου ἐφαρμογῆς τοῦ ΙΕ΄ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Ἁγίας Συνόδου καί δέν μολύνεται οὐδείς ἐκ τῆς συνιερουργίας μετ’ ἐκείνων πού ἀναγνωρίζουν προδήλως ἐσφαλμένως, τάς ἀκύρους κατά τούς ἱερούς κανόνας ἐνεργείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου, πού ὅμως δέν τυγχάνουν ἀνυπόστατες καί ἀπαιτεῖται ἡ κατάγνωσις καί ἀκύρωσίς των ἀπό τό ἁρμόδιο Κανονικό Ὄργανο πού εἶναι ἡ Πανορθόδοξος Οἰκουμενική Σύνοδος ὡς ἀνεφέρθη. Ὁ μολυσμός ἐκ τῆς συνιερουργίας ἐπέρχεται μόνον μέ τήν αὐτοπρόσωπη συμμετοχή τῶν ἀκύρως ἀποκατασταθέντων λαϊκῶν προσώπων διότι ὁ Ι΄ Κανών τῶν ἁγίων Ἀποστόλων πού ἔχει Οἰκουμενικό κῦρος ἀναγνωριζόμενος ἀπό τήν Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀπαιτεῖ νομοκανονικῶς τήν κατάγνωσι τοῦ ἀκοινωνήτου, τήν ὁπο;iα δέν μπορεῖ νά τήν καταγνώσει παρά μόνο τό ἁρμόδιο Ἐκκλησιαστικό Ὄργανο. Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι συνοθύλευμα αὐτοπροσδιοριζομένων καί αὐτοχριομένων «σωτήρων» ἀλλά σῶμα μέ κεφαλή τόν Σωτῆρα Χριστό καί μέλη τούς εἰς τό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος Ὀρθοδόξως βεβαπτισμένους καί κατά ταῦτα ἡ Ἐκκλησία σώζει καί δέν σώζεται κατά τά κελεύσματα τοῦ Παναγίου καί Τελεταρχικοῦ Πνεύματος διά τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί μέ τήν προβλεπομένην κανονικήν τάξιν.

Ἑπομένως δέν δύναται κάθε πιστός ἀκόμα καί Ἐπίσκοπος κινούμενος ἀπό ὑπερβάλλουσα εὐσέβεια ἤ ἱερό ζῆλο νά αὐτοχρίεται Οἰκουμενική Σύνοδος καί νά ἐπιλαμβάνεται μέ συνοπτικές διαδικασίες διοικητικῶν καί κανονικῶν θεμάτων τῆς Ἐκκλησίας καί νά προβαίνει σέ «καθαιρέσεις καί ἀναθεματισμούς» μελῶν τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, διότι αὐτό ἀποτελεῖ τήν ἀποθέωση τοῦ ὀθνείoy καί κακοδόξου Προτεσταντικοῦ πνεύματος!!! Ἡ ἄμεσος ἄρσις ὑποχρέωσις διακοπῆς κοινωνίας πρό συνοδικῆς καταδίκης ὑφίσταται μόνον στήν διακοινωνία μέ τήν αἵρεση.

Συμπερασματικῶς ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς οὐδεμία ἁρμοδιότητα εἶχε νά ἐπιβάλλει στόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν τίς θέσεις του, οὔτε ἀσφαλῶς νά διακόψει τήν κοινωνία μαζί Του.

 

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Διαβάστε περισσότερα

Ιερά Μητρόπολις Πειραιώς: Οφειλόμενη απάντηση στο ιστολόγιο "Κατάνυξη".

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

 

ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΚΑΤΑΝΥΞΗ»

 Ἐν Πειραιεῖ τῇ 13 Δεκεμβρίου 2019

 

Μετά πολλῆς θλίψεως κατόπιν δημοσιοποιήσεως ἀπό τό ἱστολόγιο ΚΑΤΑΝΥΞΗ «Ἱεροσυνοδικῆς Ἀποφάσεως» ληφθείσης ἀσφαλῶς ὑπό τοῦ Αἰδεσιμ. Πρωτοπρεσβυτέρου π. Νικολάου Μανώλη «ἐπιβολῆς τῆς κανονικῆς ποινῆς διακοπῆς κοινωνίας» τοῦ ἱστολογίου μέ τήν Ἱερά Μητρόπολη Πειραιῶς καί τόν Σεβ. Μητροπολίτη Πειραιῶς κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ἐπειδή συνιερούργησε κατά τήν πανήγυρι τοῦ Πολιούχου Πειραιῶς Ἁγ. Σπυρίδωνος τοῦ Θαυματουργοῦ μετά τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Λαγκαδᾶ κ.κ. ΙΩΑΝΝΟΥ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά ἀναφέρωμε τά κάτωθι, δηλοῦντες ὅτι δέν πρόκειται νά ἐπανέλθωμεν ἐπί τοῦ θέματος.

Α. Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ ἔχει εὐθαρσῶς ἀπό τοῦ ἔτους 2018 δημοσίᾳ καταθέσει τήν θέσιν του τήν ὁποίαν καί ἐπανέλαβε καί ἐγγράφως εἰς τήν Σεπτήν Ἱεραρχίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τῆς 12/10/2019 καί βεβαίως στήν κοινή αἴτηση τήν ὁποίαν ἀπό κοινοῦ συνέταξε μετά τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κυθήρων κ.κ. Σεραφείμ καί προσυπέγραψε μετά τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν Δρυϊνουπόλεως κ.κ. Ἀνδρέου καί Αἰτωλοακαρνανίας κ.κ. Κοσμᾶ πρός τόν Παναγιώτατον Οἰκουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαῖον καί τούς Μακαριωτάτους Προκαθημένους τῶν κατά τόπους Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, διά τήν ἀδήριτον ἀνάγκην συγκλίσεως Πανορθοδόξου (Οἰκουμενικῆς) Συνόδου μέ τήν συμμετοχή ὅλων τῶν κανονικῶς διαποιμαινόντων Ἐκκλησιαστικάς Ἐπαρχίας διά τήν ὑπέρβασιν τῆς σοβούσης κρίσεως, διασπάσεως τῆς εὐχαριστιακῆς ἑνότητος τῶν Ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἕνεκεν τοῦ Οὐκρανικοῦ θέματος. Εἰρήσθω ὅτι ἡ συγκεκριμένη αἴτησις ὑπεβλήθη κανονικῶς καί ἁρμοδίως ὑπό τῶν τεσσάρων Σεβ. Μητροπολιτῶν ὡς μελῶν τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου καί κατ’ ἀνάλογον ἐφαρμογήν τῶν διατάξεων τῆς παραγρ. 4 τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Ν. 590/1977 «Περί Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος».

Εἰς ὅλας αὐτάς τάς τοποθετήσεις του ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ ἐδήλωσε καί δηλώνει ὅτι συνεχίζει νά ἀναγνωρίζει ὡς τόν μόνον κανονικόν Μητροπολίτην Κιέβου τόν Σεβ. κ. Ὀνούφριον καί τήν περί Αὐτόν Ἱεράν Σύνοδον, ὡς καί ὅτι ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐσφαλμένως ἡρμήνευσε τούς Θ΄ καί ΙΖ΄ ἱερούς Κανόνας τῆς Ἁγίας Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, παρέβλεψε τούς ΛΣΤ΄ καί ΡΛΔ΄ Κανόνας τῆς ἐν Καρθαγένῃ Ἱερᾶς Συνόδου τούς ὀνομαστικῶς ἐπικυρωθέντας ὑπό τοῦ Β΄ Ἱεροῦ Κανόνος τῆς Ἁγίας Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί παρεβίασε τήν ἀρχή τῆς ταυτότητος τῶν ποινῶν καί χωρίς σχετική ἁρμοδιότητα ἐξεδίκασε ἐκκλήτους τῶν τελεσιδίκως καθηρημένων κληρικῶν τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας, μοναχοῦ Φιλαρέτου (Ντενισένκο) καί τέως πρεσβυτέρου Νικολάου-Μακαρίου (Μάλετιτς) τούς ὁποίους καί ἀπεκατέστησε ex tunc καί ἀνεγνώρισε τάς ὑπ’αὐτῶν γενομένας ἀνυποστάτους κανονικῶς χειροτονίας. Ὡς ἀποτέλεσμα ὅλου αὐτοῦ τοῦ κανονικοῦ ἀτοπήματος ἦτο ἡ ἄκυρος συνελθούσα «Ἑνωτική Σύνοδος» συγκροτουμένη ἐκ λαϊκῶν προσώπων ἐν σχίσματι καί ἡ ἄκυρος χορήγησις Τόμου Αὐτοκεφαλίας εἰς τήν προελθούσαν ἀντικανονικήν δομήν. Ἑπομένως ἐσφαλμένη ὑπῆρξε κατά τά ἀνωτέρω καί ἡ ἀπόφασις ἀναγνωρίσεως τῆς Αὐτοκεφαλίας τῆς συγκεκριμένης δομῆς ὑπό τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἐγένετο.

 Ὡσαύτως ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ ἔχει δημοσίᾳ ἐπικρίνει τήν συνελθούσαν ἐν Κρήτῃ Σύνοδον, διότι δέν κατέγνωσεν, ὡς εἶχε κανονικόν χρέος ἔναντι τῶν θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, τάς ἐν χρόνῳ καί χώρῳ ὑφισταμένας αἱρέσεις καί κακοδοξίας καί δέν ὁριοθέτησεν ἔναντι αὐτῶν τήν ἀμώμητον Ὀρθόδοξον Πίστιν καί κατά ταῦτα δέν ἀπέβη οὔτε Ἁγία οὔτε Μεγάλη. Διά τούς λόγους αὐτούς ὁ Σεβ. κ. Σεραφείμ παρητήθη τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς τήν συγκεκριμένην Σύνοδον, καταγγέλων ἐγγράφως καί τήν διαδικασίαν καί τό περιεχόμενον Αὐτῆς.

Β. Ἐπειδή ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ ἐν θέματι ἱστολογίου ἐπανέρχεται εἰς τήν μετάθεσι τοῦ Πρωτοπρ. π. Ἀγγέλου Ἀγγελακοπούλου ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι ὁ συγκεκριμένος Κληρικός ἦλθε ὡς Διάκονος ἄγνωστος ἐκ τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος εἰς τόν Σεβ. Πειραιῶς κ. Σεραφείμ καί τόν ἱκέτευσε νά τόν προσλάβει στήν Μητρόπολή του καί νά τόν χειροτονήσει Πρεσβύτερον. Ὁ Σεβ. κ. Σεραφείμ ἐκτιμῶν τό ἀντιοικουμενιστικόν φρόνημα τοῦ εἰρημένου, τόν ἐχειροτόνησε Πρεσβύτερον, τόν ἐχειροθέτησε Πρωτοπρεσβύτερον καί Πνευματικόν καί τόν ἐδιόρισε Γραμματέα τοῦ Γραφείου Αἱρέσεων τῆς Ἱ. Μητροπόλεως. Ἐπί 6ετίαν ὁ συγκεκριμένος ἐπεδείκνυε εὐπείθειαν καί σεβασμόν εἰς τήν κανονική τάξιν καί τάς ἀρχάς τῆς Ἱ. Μητροπόλεως, ἕως τοῦ Αὐγούστου τοῦ 2019 ὅτε ἀπεφάσισε οἰκείᾳ βουλήσει νά αὐτονομηθεῖ καί νά ἀποστασιοποιηθεῖ τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς καί τοῦ χειροτονήσαντος Μητροπολίτου του καί νά δημοσιεύει κείμενα χωρίς τήν εὐλογία καί ἔγκρισί του ὑπογράφων ὡς «Πρωτοπρ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος» μή ἀναφέρων τήν κανονικήν του ἐξάρτησιν, ὡς νά ἦτο αὐτοδέσποτος. Κατόπιν αὐτῆς τῆς ἀνυπακοῆς καί ἀγνωμόνου συμπεριφορᾶς διά νά μή ληφθοῦν κατ’ αὐτοῦ κανονικά μέτρα ἐπιβολῆς ἀργίας καί ἀφαιρέσεως τῶν ὀφφικίων καί διά νά προστατευθεῖ τό ἔργον τῆς Ἱ. Μητροπόλεως προετιμήθη ἡ ἐγχείρισις κανονικοῦ Ἀπολυτηρίου Γράμματος κατά τόν τύπον τοῦ Ἱ. Πηδαλίου ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 757 καί κατά τάς ἐπιταγάς τοῦ ΙΒ΄ Ἀποστολικοῦ Κανόνος. Δέν ἐπελέγη ἡ διαδικασία ἀπολύσεως κατά τόν Νόμο 590/1977 «Περί Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη ὅταν προσελήφθη εἰς τήν Ἱ. Μητρόπολιν Κυθήρων. Εἰρήσθω ἐν προκειμένῳ, ὅτι κάθε πρᾶξις νομίμου Ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου ἐπάγεται ἀποτελέσματα ἄχρι τῆς ἀκυρώσεώς της, ὑπό τοῦ ἁρμοδίου Δικαστικοῦ Διοικητικοῦ ὀργάνου κατά τάς ἀρχάς τοῦ Διοικητικοῦ καί Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου.

Γ. Ὡς εὐφυέστατα ὁ ἐν οὐρανοῖς αὐλιζόμενος ἀοίδιμος Ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος εἶχεν καταδείξει, τό νόμισμα τῆς πλάνης ἔχει δύο ὄψεις, ἡ μία τόν ἐπάρατον συγκρητιστικόν Οἰκουμενισμόν, διαχριστιανικόν καί διαθρησκειακόν πού ὁμογενοποιεῖ Ἀλήθεια καί ψέμα καί ἡ ἑτέρα τόν οὐ κατ’ ἐπίγνωσι Ζηλωτισμόν πού ἀναγορεύει τόν καθένα εἰς Οἰκουμενικήν Σύνοδον κατά τάς ἀρχάς τοῦ Προτεσταντικοῦ δαιμονικοῦ περιπαίγματος. Μέ τήν ἐσφαλμένη θεώρηση τοῦ ἱστολογίου ΚΑΤΑΝΥΞΗ δέν ὑφίσταται κανονικός Ἐπίσκοπος στήν Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία, διότι ὅλοι δῆθεν ἔχουν μολυνθεῖ ἐκ τῆς Οὐκρανικῆς κρίσεως, ἐφ’ ὅσον καί ὁ Πατριάρχης Μόσχας μνημονεύων στά Δίπτυχα τούς Πατριάρχας Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καί Σερβίας, πού δημοσίᾳ καταδικάζουν τήν οὐκρανική Αὐτοκεφαλία εἰς τήν σημερινήν της μορφήν, ἐνέχεται κανονικῶς μνημονεύων διά τῶν ἀνωτέρω τούς ἀποδεχομένους αὐτήν Παναγιώτατον Οἰκουμενικόν Πατριάρχην καί Μακαριωτάτους Ἀλεξανδρείας καί Ἀθηνῶν. Ὅσον ἀφορᾶ στούς Σεβ. Μητροπολίτας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι μνημονεύουν τῆς Ἱ. Συνόδου, αὐτομάτως μνημονεύουν καί τόν Μακ. Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν κ.κ. Ἱερώνυμον καί τούς συμφρονούντας μέ Αὐτόν, εἰς τό Οὐκρανικόν ζήτημα. Δι’ αὐτόν τόν λόγον ἡ βασική ἀρετή τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ εἶναι ἡ διάκρισις, ἡ ὁποία εἶναι χορηγία τοῦ Παναγίου Πνεύματος εἰς τόν ἄνθρωπον τοῦ καθαροῦ σωματικοῦ καί πνευματικοῦ βίου!!! Ἐν προκειμένῳ λοιπόν θά ἐνεχόμην κανονικῶς ἐάν ἐγώ εἶχα συλλειτουργήσει μέ φερομένους ὡς «Ἀρχιερεῖς» τῆς δομῆς πού δημιούργησε ἀντικανονικῶς τό Σεπτό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στήν Οὐκρανία. Ἀλλά κάτι τέτοιο δέν συνέβη καί οὔτε πρόκειται νά συμβεῖ διότι θά ἤμουν ἀνακόλουθος, μέ τά ὅσα πιστεύω καί διακηρύσσω. Εἰδικώτερα μέ τόν Σεβ. Μητροπολίτην Λαγκαδᾶ κ.κ. Ἰωάννην συνδέομαι ἀπό 30ετίας, μέ ἐτίμησε μετά πολλῆς ἀγάπης προσκαλῶν με εἰς τήν πανήγυρη τοῦ Ἁγ. Δαμασκηνοῦ Στουδίτου, Ἐπισκόπου Λιτῆς καί ἀνταπέδωσα, ὡς εἶχον ἱερόν χρέος τήν ἀγάπην του, προσκαλῶν αὐτόν εἰς τήν πανήγυρι τοῦ Ἁγ. Σπυρίδωνος, πολιούχου Πειραιῶς. Ἑπομένως οὐδέν ἄτοπον ἔπραξα καί οὐδεμίαν κοινωνίαν κέκτημαι μέ τήν ἀντικανονικήν δομήν τῆς Οὐκρανίας, διότι στήν παρούσα φάσιν ἡ ἀρχή τῆς διακρίσεως ἐπιβάλλει τήν κατ’ οἰκονομίαν ἐφαρμογήν τοῦ Ι΄ ἱ. κανόνος τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τόν ὁποῖον ἐπαναλαμβάνει ὁ Β΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου καί τόν ὁποῖον ἐπικυρώνει ὁ Β΄ κανών τῆς Ἁγίας Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διότι ἄλλως θά ἀποσαρθωρθεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία καί θά ἐπιτευχθεῖ πλήρως ὁ στόχος τῶν σκοτεινῶν δαιμονικῶν δυνάμεων νά διασπαστεῖ ἡ ἑνότης τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί νά χωρισθοῦν οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες σέ «Σλαυόφιλες» καί «Ἑλληνόφιλες». Παρ’ ὅσα δέ λέγονται τό ζήτημα εἶναι κατά βάσιν διοικητικῆς ὑφῆς καί παραβιάσεως δικονομικῶν ἱερῶν κανόνων καί δι’ αὐτό δέν τυγχάνει ἐπιβεβλημένη ἡ διακοπή κοινωνίας κατά τόν ΙΕ΄ Κανόνα τῆς Ἁγίας Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ὡς ὑποχρεωτικῶς θά συμβεῖ εἰς περίπτωσιν intercommunio μέ τήν αἵρεση. Εἰρήσθω ἐν προκειμένῳ ὅτι ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου δέν εἶναι «σύλλογος εὐσεβοφρονούντων», ἀλλά κανονικόν καί νόμιμον ὄργανον διοικήσεως τῆς Πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας καί οἱ ἐν προκειμένῳ Ἀποφάσεις Της εἶναι μέν ἄκυρες, ἀλλά ὄχι ἀνυπόστατες καί κατά ταῦτα πρέπει νά καταγνωσθοῦν κατά τάς ἀρχάς τοῦ Κανονικοῦ μας Δικαίου ὑπό Πανορθοδόξου (Οἰκουμενικῆς) Συνόδου καί ὄχι ἀπό τόν κάθε ἕνα δικαίως ἀνησυχούντα ἐυσεβῆ ἀδελφόν.

Δ. Διαποροῦμε διά τήν φαιδρότητα τοῦ ἱστολογίου ΚΑΤΑΝΥΞΗ νά ἰσχυρίζεται ὅτι «ἀποτειχίζεται» ἀπό τόν Σεβ. Πειραιῶς ὡς νά εἶχε κανονική σχέσι μαζί του καί νά ἦτο Ἐπίσκοπος τῆς τοπικῆς του Ἐκκλησίας. Βεβαίως τό γεγονός ὅτι τόν Σεβ. Μητροπολίτη Πειραιῶς τόν αἰτιῶνται ἀκρίτως ταυτοχρόνως καί τό ἱστολόγιο ΚΑΤΑΝΥΞΗ καί ἐκ τῆς ἀντιθέτου πλευρᾶς τό ἱστολόγιο ΡΩΜΑΛΕΩι ΦΡΟΝΗΜΑΤΙ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Σεβ. κ. Σεραφείμ βαδίζει τήν μέση βασιλική ὁδό τῆς θεοφιλοῦς διακρίσεως ἀγωνιζόμενος διά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Τέλος, κατά τήν ἐπιθυμία τοῦ ἱστολογίου ΚΑΤΑΝΥΞΗ διεγράφη τό ἡλεκτρονικόν του ταχυδρομεῖον, ἐκ τῶν παραληπτῶν τῶν Ἀνακοινώσεων τῆς Ἱ. Μητροπόλεως.

 

ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Διαβάστε περισσότερα

Μητροπολίτου Πειραιώς: Η αλήθεια για την λεγομένη καύση των νεκρών.

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΚΑΥΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

Ἐν Πειραιεῖ τῇ 9 Δεκεμβρίου 2019

 

Ἐπειδή γράφησαν κακεντρεχή σχόλια γιά τό «ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΑΟ» διδακτικό κείμενο τῆς Ἁγιωτάτης μας Ἐκκλησίας μέ  θέμα τήν καύση τῶν νεκρῶν, διευκρινίζομε τήν ἰσχύουσα πραγματικότητα γι’ αὐτό τό πολύ εὐαίσθητο θέμα.

 ‘‘ Σήμερα πλανᾶται ἀπό κερδοσκόπους ἡ ψευδής εἰκόνα, ὅτι δῆθεν ἡ ἀποτέφρωση γίνεται μέ ἁπλή καύση τοῦ σώματος στήν πυρά. Ὅπως σέ ὁρισμένες πε­ριπτώσεις γινόταν στήν ἀρχαιότητα. Αὐτό εἶναι ἀναληθές.

Κατά τήν σύγχρονη διαδικασία τῆς - κατ’ εὐφημισμόν - «ἀποτέφρωσης», μετά ἀπό τήν καύση τοῦ νεκροῦ σέ κλίβανο ὁ ἀνθρώπινος σκελετός ρίχνεται σέ ἠλεκτρικό σπαστήρα (μίξερ, cremulator). θρυμματίζεται καί μετατρέπεται σέ σκόνη. Εἰδικότερα ἡ ἀποτέφρωση διεξάγεται σέ δύο φάσεις:

α) Στήν πρώτη φάση ὁ νεκρός εἰσέρχεται σέ κλίβανο καί μετά τήν καύση τοῦ σώματος του δέν ἀπομένει ἡ τέφρα, ἀλλά ὁ ἀνθρώπινος  σκελετός. Ὅ,τι δη­λαδή θα ἀπέμενε καί μετά την ταφή στό κοιμητήριο. Ἐνίοτε, κατά τήν διάρκεια τῆς καύσης, ὁ ὑπάλληλος τοῦ ἀποτεφρωτηρίου ἀνοίγει τόν κλίβανο καί μέ σιδερένια ἐργαλεῖα σπάει τά ὀστά τοῦ νεκροῦ σέ μικρότερα τμήματα.

β) Στήν δεύτερη φάση συλλέγονται τά ὀστά ἀπό τόν κλίβανο καί ρίχνονται σέ μίξερ (σπαστήρα ὀστῶν, cremulator). Τό μίξερ κονιορτοποιεῖ τόν σκελετό καί τόν μετατρέπει σέ σκόνη. Ἡ σκόνη συλλέγεται σέ δοχείο («τεφροδόχο») καί παραδίδεται στούς οἰκείους τοῦ νεκροῦ.

Ἐπομένως, ὅταν σήμερα γίνεται λόγος γιά «ἀποτέφρωση», δέν κυριολεκτεῖται ὁ ὅρος. Οὔτε οἱ συγγενεῖς παραλαμβάνουν τήν «τέφρα» του νεκροῦ ἀπό τό ἀποτεφρωτήριο. Αὐτό πού παραλαμβάνουν δέν εἶναι τό προϊόν τῆς καύσης (τέφρα, στάχτη), ἀλλά ἡ σκόνη (τρίμματα) ἀπό τά ὀστά τά ὁποῖα ρίχθηκαν σέ σπαστήρα ὀστῶν (μίξερ) μετά τήν καύση.

Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, ἡ σύγχρονη «ἀποτέφρωση νεκρῶν» δέν διαφέρει καί πολύ ἀπό τήν «ἀνακύκλωση ἀπορριμμάτων». Εἶναι σαφές ὅτι, τουλάχιστον γιά τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας μας, αὐτή ἡ διαδικασία μηχανικοῦ ἀφανισμοῦ τοῦ σώματος δέν τιμᾶ τόν νεκρό. Ἡ Ἐκκλησία ἀρνεῖται ὅτι εἶναι ἀξιοπρεπές γιά τόν κεκοιμημένο ἄνθρωπο νά καεῖ σέ κλίβανο καί νά θρυμματισθεῖ σέ μίξερ.

Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στήν διαχείριση τῆς «τέφρας», ἡ νομοθεσία (νόμος 4368/2016 ἄρθρο 92. ΦΕΚ Α' 21/201.6) τήν ὑποβιβάζει στήν κατηγορία τῶν ἰδιωτικῶν ἀπορριμμάτων. Ἡ μετέπειτα τύχη τῆς «τέφρας» ἀποτελεῖ ἰδιωτική ὑπόθεση τῶν συγγενῶν, χωρίς κρατικό ἔλεγχο προστασίας τοῦ περιβάλλοντος καί τῆς δημόσιας ὑγείας (π.χ. τροφικῆς ἁλυσίδας). Ἐπιτρέπεται στούς συγγενεῖς (ἐάν θέλουν νά ἀποφύγουν τά ἔξοδα φύλαξης τῆς τεφροδόχου σέ κοιμητήριο ή ἀποτεφρωτήριο) νά σκορπίσουν τήν «τέφρα», εἴτε ἐλεύθερα στήν θάλασσα, εἴτε σέ περιοχή ἐκτός σχεδίου πόλης (ἀδιάφορο ἄν εἶναι κατοικημένη ἤ καλλι­εργούμενη), εἴτε νά ρίξουν τήν τεφροδόχο στήν θάλασσα ὑπό τόν ὅρο ὅτι τό σκεῦος μπορεῖ νά διαλυθεῖ στό νερό. Δέν προβλέπεται κανένας ἔλεγχος ἀπό κρατική ἤ δημοτική ὑπηρεσία πρός διασφάλιση τῆς δημόσιας ὑγείας καί ἀπόκειται στήν νομιμοφροσύνη καί εὐαισθησία τῶν συγγενῶν, ἐάν καί πῶς θά τηρήσουν τίς παραπάνω ἐπιλογές τοῦ νόμου. Πρακτικά, δηλαδή, μετά ἀπό τήν παράδοση τῆς τεφροδόχου στήν οἰκογένεια τοῦ νεκροῦ, ἡ τύχη της ἀγνοεῖ­ται ἀπό τό Κράτος.

Ὅλα τά παραπάνω δέν εἶναι εὐρέως γνωστά στήν πλειοψηφία τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία γίνεται δέκτης συνθημάτων ἤ διαφημίσεων περί τῆς δῆ­θεν ἀξιοπρεποῦς  λύσης τῆς ἀποτέφρωσης, ἀλλά προφανῶς ἀγνοεῖ τήν βιαιότητα καί ἐχθρότητα πρός τό ἀνθρώπινο σῶμα, ἡ ὁποία ἐπιδεικνύεται κατά τήν σύγχρονη διαδικασία ἀποτέφρωσης.

Ἀξιοσημείωτο δέ, εἶναι ὅτι κάποιοι ψυχολόγοι θεωροῦν πῶς ἡ σύγχρονη μέθοδος ἀποτέφρωσης ἀποτελεῖ σέ ἐπίπεδο φαντασιακό ἕνα ἰσοδύναμο τῆς αὐ­τοκτονίας.

Ἀσφαλῶς ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ποῦ δέν ἀποδέχονται τήν κοινή Πίστη καί Ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ἤ ἐπιλέγουν κατά τό δοκοῦν ποιούς Κανόνες καί Παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας θά ἀκολουθοῦν. Ἀκριβῶς ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία σέβεται τήν ἐλευθερία τῆς ἐπιλογῆς τους νά παραδοθοῦν στήν πυρά, εἴτε ἐπι­θυμοῦν Κηδεία, εἴτε ὄχι, παρόμοια καί ἐκεῖνοι ὀφείλουν νά ἀναγνωρίσουν τήν ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας νά μήν ὑποχρεωθεῖ νά τελέσει Ἐξόδιο Ἀκολουθία γιά κάποιον, ποῦ ἀποφάσισε νά μήν ἀνήκει καθόλου ἤ νά ἀνήκει ἐπιλεκτικά στήν Ἐκκλησία ἀφοῦ ἀπορρίπτει ὁρισμένες ἀπό τίς παραδόσεις Της, ὅπως τήν ταφή.

Διαφορετική εἶναι ἡ ἀντιμετώπιση τῆς Ἐκκλησίας πρός ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀκούσια ἤ μαρτυρικά (π.χ. στίς καταστροφικές πυρκαγιές) γνώρισαν τέτοιο σκληρό θάνατο καί φυσικά τίποτα καί κανείς δέν θά μπορέσει νά «ἐμποδίσει» τόν Θεό, στήν Δευτέρα Παρουσία, νά ἀναστήσει τούς ἀνθρώπους, τόσο ἀπό τά ὀστά, ὅσο καί ἀπό τήν τέφρα τους.

Πρέπει, ὅμως, νά κατανοήσουν ὅλοι, ἀκόμη καί ἐάν δέν εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἤ «ἀρνοῦνται τήν ἀθανασία» ἤ ψάχνουν τρόπους ὅσο τό δυνατόν πιό «ἀνώδυνου» χειρισμοῦ τοῦ θανάτου, ὅτι ἡ ἀπανθράκωση τοῦ σώματος καί ἡ σύνθλιψη του ἀποτελοῦν ἐκδήλωση πού κατ΄ οὐσίαν «βεβηλώνει» τήν ἀνθρώ­πινη ὕπαρξη. Γιά τήν Ἐκκλησία ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» πλασμένος. Τά νεκρά σώματα δέν εἶναι ἀπορρίμματα! Δέν εἶναι ἄχρηστα ἀντι­κείμενα, τά ὁποῖα πρέπει νά παραδοθοῦν στήν φωτιά καί στόν θρυμματισμό, δηλαδή σέ ἕνα βίαιο ἀφανισμό. Ἡ Ἐκκλησία ἀρνεῖται τήν καύση, ἐπειδή ἀρ­νεῖται τό ἀμετάκλητο ἀνθρώπινο τέλος καί τήν βία πρός τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Εἶναι τραγικό νά καῖμε καί νά κονιορτοποιοῦμε ὅ,τι ἔχει ἀληθινή ἀξία.

Ἡ Ἐκκλησία ἐπιλέγει καί ἐφαρμόζει τήν ταφή, διότι σέβεται τό σῶμα τοῦ κεκοιμημένου ἀνθρώπου, ἔχει πίστη καί ἐλπίδα στό αἰώνιο μέλλον καί ἀναθέτει στήν φύση τήν εὐθύνη τῆς φθορᾶς τοῦ φυσικοῦ παρόντος τοῦ ἀνθρώπου.’’

 

Ο  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

 + ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Διαβάστε περισσότερα

Στον ιστοτόπο αυτό...

 ... μπορείτε να ενημερώνεστε για θέματα τύπου σχετικά με την Ποιμαντική, Ιεραποστολική, Φιλανθρωπική, Νεανική και λοιπή δραστηριότητα της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.

Ο Διευθυντής  Ιδιαιτέρου Γραφείου Σεβασμιωτάτου, Γραφείου Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων

Δημήτριος Αλφιέρης  

Επικοινωνία

 Διεύθυνση

  • Ακτή Θεμιστοκλέους 190

  • ΤΚ 185-39

  • Πειραιάς

Τηλεφωνικό κέντρο

  • 2104514833

Email Επικοινωνίας

  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.